Προθεσμία καταβολής παραβόλου όταν γίνεται παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο

ΔΕφΑθ 298/2016 (ακυρ.): Προθεσμία καταβολής παραβόλου όταν γίνεται παραπομπή της υπόθεσης στο αρμόδιο δικαστήριο.
«Με το άρθρο 36 του ίδιου π.δ/τος (18/89) , όπως η παράγραφος 1 αυτού τροποποιήθηκε από τα άρθρα 4 παρ.3
του ν. 2479/1997 (Α΄67) και 22 παρ.8 του ν. 3226/2004 (Α΄24), προβλέφθηκε ότι «1. Το ένδικο μέσο που ασκείται στο Συμβούλιο της Επικρατείας απορρίπτεται ως απαράδεκτο, αν μέσα σε ένα μήνα από την κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου της δίκης δεν καταβληθεί παράβολο. Το παράβολο ορίζεται, όταν πρόκειται για αίτηση ακυρώσεως…σε πέντε χιλιάδες (5.000) δραχμές [15 ευρώ]…3. Οι διατάξεις των παρ. 3 και 4 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς παράβολο. 4».
Επειδή, σε περίπτωση άσκησης ενδίκου βοηθήματος ή μέσου σε διοικητικό δικαστήριο και παραπομπής της υπόθεσης από το δικαστήριο αυτό στο Συμβούλιο της Επικρατείας ή στο Διοικητικό Εφετείο , λόγω αρμοδιότητας, η προβλεπόμενη από το άρθρο 36 παρ.1 και 3 του π.δ. 18/1989 μηνιαία προθεσμία για την καταβολή του παραβόλου, αρχίζει από την κοινοποίηση της παραπεμπτικής απόφασης στον αιτούντα ή τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, εκτός εάν η δικογραφία περιέλθει στο δικαστήριο σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδοσης της παραπεμπτικής απόφασης οπότε η προθεσμία αρχίζει από την περιέλευση του δικογράφου. Στην περίπτωση εξάλλου, κατά την οποία δεν προκύπτει από τη δικογραφία κοινοποίηση της παραπεμπτικής απόφασης του διοικητικού δικαστηρίου ή η γενόμενη κοινοποίηση δεν είναι νομότυπη, η ανωτέρω μηνιαία προθεσμία κινείται με την κοινοποίηση στο διάδικο που άσκησε το ένδικο βοήθημα ή στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, της πράξης του Προέδρου του οικείου Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (ή του διοικητικού εφετείου), για τον ορισμό εισηγητή και δικασίμου για την υπόθεση. Εάν δε, είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση, η πιο πάνω μηνιαία προθεσμία παρέλθει άπρακτη, το ένδικο βοήθημα απορρίπτεται ως απαράδεκτο ( πρβλ. ΣτΕ 777/2013 Ολομ., 263/2009, 4386/2005, 3913/2004, κ.ά).
Επειδή, εξάλλου, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 17 του π.δ/τος 18/1989, το δικόγραφο πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, τους συγκεκριμένους λόγους στους οποίους στηρίζεται το ένδικο μέσο.
Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτών άσκησε το κρινόμενο ένδικο βοήθημα ως προσφυγή στις 2.10.2007, στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, κατέβαλε δε παράβολο 4,50 ευρώ (βλ. τα 1106820 και 2632820/2007 ειδικά έντυπα παραβόλου). Το Δικαστήριο αυτό με τη 19019/2013 απόφασή του, παρέπεμψε την υπόθεση λόγω αρμοδιότητας, στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Η πιο πάνω παραπεμπτική απόφαση επιδόθηκε νομοτύπως στον αιτούντα στις 22.7.2014, η δε δικογραφία περιήλθε στο τελευταίο Δικαστήριο στις 11.12.2014 και καταχωρίσθηκε στις 12.12.2014, οπότε και εστάλη στον αιτούντα από την οικεία Γραμματεία του Τμήματος Προσδιορισμού-Ενδίκων Μέσων, το με αρ.πρωτ. ΠΑ19311/12.12.2014 έγγραφο σημείωμα για τη συμπλήρωση του ελλείποντος παραβόλου, το οποίο όμως, δεν καταβλήθηκε. Με τα δεδομένα αυτά, εφόσον από την ημερομηνία περιελεύσεως στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών της δικογραφίας της υπόθεσης παρήλθε άπρακτη η μηνιαία προθεσμία, χωρίς να συμπληρωθεί το ελλιπές (κατά 10,50 ευρώ) παράβολο, η κρινόμενη αίτηση ασκείται για το λόγο αυτό απαραδέκτως. Εξάλλου, η αίτηση αυτή, με την ο οποία ο αιτών στρέφεται κατά της προσβαλλόμενης έγγραφης απάντησης, αναφέροντας ότι “κατά της απόφασης αυτής ασκώ προσφυγή σύμφωνα με το άρθρο 21 του π.δ. 341/78 και ζητώ να ανατραπεί ενώπιόν σας”, ασκείται απαραδέκτως και λόγω του ότι δεν προβάλλεται με αυτήν οποιοσδήποτε λόγος ακυρώσεως. Κατόπιν αυτών, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν». (dsanet.gr)

Σχόλια

Ο χρήστης ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΑΥΛΑΚΟΥΔΗΣ είπε…
Καταρχήν δεν μπορώ να αντιληφθώ την προληπτική λογοκρισία της σελίδας. Νομίζω απευθύνεται σε ενήλικες που έχουν την ευθύνη των λόγων και των πράξεών τους.
Στο προκείμενο τώρα. Το άρθρο 36 του ΠΔ. 18/1989 που ορίζει την καταβολή του παραβόλου εντός μηνός από την κατάθεση του δικογράφου έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 20 παρ. 1 (δικαίωμα δικαστικής προστασίας) και το άρθρο 25 παρ. 1 (αρχή αναλογικότητας) του Συντάγματος.