Σοφία Ε. Παυλάκη, Δικηγόρος παρ’ ΑΠ, M.Sc. Δασική & Περιβαλλοντική Νομοθεσία & Πολιτική, υπ. Δρ. Παν/μίου Αιγαίου
1. Αυθαίρετες εγκαταστάσεις σε δάση & διαχρονικές ευθύνες των δασικών αρχών
Διαβάζουμε, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 96 του σχεδίου νόμου του ΥΠΕΝ για τις ΑΠΕ[1] που πρόσφατα αναρτήθηκε στη δημόσια διαβούλευση για ελάχιστο χρονικό διάστημα, που περιελάμβανε και τις διακοπές του Πάσχα:
«Κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, πτηνοτροφεία, μελισσοκομεία, εκτροφεία θηραμάτων, υδατοκαλλιέργειες, εκτροφεία γουνοφόρων ή άλλες συναφείς κτηνοτροφικές μονάδες, ιεροί ναοί και βοηθητικοί χώροι αυτών, μετόχια, ησυχαστήρια, ιερές μονές και βοηθητικοί χώροι αυτών, παρεκκλήσια, ιερά προσκυνήματα που εγκαταστάθηκαν μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου χωρίς άδεια της δασικής υπηρεσίας σε δάση, δασικές εκτάσεις και δημόσιες εκτάσεις των περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 συνεχίζουν τη λειτουργία τους μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2027 και εντός της ίδιας προθεσμίας οφείλουν να λάβουν την έγκριση επέμβασης των άρθρων 45 και 47Α του ν. 998/1979, όπως τα άρθρα αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 36 του παρόντος νόμου…».
Αναρωτιέται εύλογα κανείς: όλα αυτά τα χρόνια πού ήταν και τι έπραξαν οι κατά τόπους δασάρχες, οι οποίοι όφειλαν να είχαν εκδώσει αρμοδίως για όλες αυτές τις περιπτώσεις αυθαιρέτων εγκαταστάσεων, που αναφέρονται στη διάταξη Πρωτόκολλα Διοικητικής Αποβολής και να είχαν εκδιώξει τους αυθαιρετούχους από τα δάση μας σφραγίζοντας τις εγκαταστάσεις και εφαρμόζοντας τη νομοθεσία που επιβάλλει την επαναφορά του δασικού περιβάλλοντος στην κατάσταση που βρισκόταν πριν την παράνομη εγκατάσταση;
Η διάταξη αυτή στο προτεινόμενο νομοσχέδιο δεν προέκυψε εκ του μη όντως. Η νομοθετούσα διοίκηση προφανώς έφτασε να προτείνει σήμερα προς ψήφιση ένα τέτοιο προκλητικό μέτρο, στο οποίο δικαιολογημένα αντιδρά το κοινωνικό σύνολο, ενόψει της παρατεταμένης ολιγωρίας και της χρόνιας παράλειψης των αρμοδίων δασικών αρχών που οδήγησαν στη δημιουργία καταστάσεων αυθαιρεσίας, οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις κρατούν επί δεκαετίες σε δάση και δασικές εκτάσεις της χώρας, ενώ γνωρίζουμε πως υπάρχουν ακόμα και περιπτώσεις πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής, τα οποία καίτοι εκδόθηκαν από τα δασαρχεία δεν έχουν επί χρόνια εφαρμοστεί.
Ακόμα δε προκλητικότερο είναι το γεγονός ότι με τις προτεινόμενες διατάξεις επιχειρείται υποκριτικά δήθεν να αντιμετωπιστεί από το υπουργείο το πρόβλημα των αυθαιρέτων εγκαταστάσεων στα δάση χωρίς διόλου να θίγονται εκείνοι που το συντηρούν όλα αυτά τα χρόνια, ωσάν το πρόβλημα να προέκυψε από μόνο του και σαν να μην υπάρχουν στη χώρα μας αρμόδιες αρχές για την πάταξη του δασικού εγκλήματος.
Είναι δε απαράδεκτο ενόψει του προβλήματος που θα δημιουργηθεί με την προτεινόμενη διάταξη για τα δάση μας, αντί να παραδέχονται έστω και τώρα τις χρόνιες ευθύνες τους, οι δασικές αρχές να επικαλούνται και πάλι την υποστελέχωσή τους, η οποία δεν δύναται σε καμία περίπτωση να δικαιολογήσει την ανοχή τους σε τέτοιας έκτασης παρανομία. Ούτε είναι δυνατόν να πιστέψουμε ότι ένας δασάρχης, όσο υποστελεχωμένη και αν είναι η υπηρεσία του, δεν μπόρεσε ποτέ, επί χρόνια, να βρει έστω μία ημέρα διαθέσιμο χρόνο και προσωπικό για να πάει ως την αυθαίρετη εγκατάσταση μέσα στο δάσος που η πολιτεία του εμπιστεύτηκε για να το προστατεύει και να εκτελέσει το πρωτόκολλό του για την αποβολή από αυτό του κάθε λογής αυθαιρετούχου, ο οποίος κατέστη έτσι πανίσχυρος και ρυθμιστής των καταστάσεων, όπως προκύπτει από τις προτεινόμενες διατάξεις.
Εφόσον δε οι δασικές υπηρεσίες υπάγονται πλέον απευθείας στο ΥΠΕΝ, θα περίμενε κανείς το υπουργείο και να γνωρίζει τι γίνεται στα του οίκου του και να ασκεί τους προβλεπόμενους υπηρεσιακούς ελέγχους που θα επέτρεπαν όλα τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια να επισημανθούν αυτές οι παραλείψεις και να επιβληθούν και οι τυχόν προβλεπόμενες κυρώσεις στους υπαλλήλους που δεν έπραξαν το υπηρεσιακό καθήκον τους για την προστασία του δάσους, αντί να προσφέρεται απευθείας με το νομοσχέδιο στον κάθε αυθαιρετούχο η δυνατότητα να λάβει νόμιμη έγκριση επιτρεπτής επέμβασης για την εγκατάστασή του.
Οι προτεινόμενες διατάξεις του άρθρου 96 του σχεδίου νόμου αντίκεινται και στη δασική νομοθεσία (άρθ. 45 παρ. 7 ν. 998/1979) που αναφέρει ότι «ο δικαιούχος της επέμβασης εγκαθίσταται στην έκταση μετά την έκδοση των απαιτούμενων αδειών για την εκμετάλλευση ή εγκατάσταση του έργου ή της δραστηριότητας», αφού εν προκειμένω η «εγκατάσταση» του αυθαιρετούχου έχει ήδη εν τοις πράγμασιν συντελεστεί πριν την κτήση της νόμιμης αδείας.
Σε κανένα σημείο των προτεινομένων διατάξεων δεν αναφέρεται αν και πώς θα υλοποιείται η βασική προϋπόθεση που τάσσει η δασική νομοθεσία (στην οποία οι ίδιες οι προς ψήφιση διατάξεις παραπέμπουν!), ότι για τη συγκεκριμένη χρήση για την οποία ζητείται έγκριση επέμβασης, πρέπει πρώτα να εξετάζεται και να αποκλείεται αιτιολογημένα ότι είναι δυνατή η διάθεση άλλης κατηγορίας δημοσίων εκτάσεων μη δασικού χαρακτήρα προτού η πολιτεία διαθέσει για την επέμβαση δάση ή δασικές εκτάσεις.
Το άρθρο 96 του σχεδίου νόμου κρίνεται μη εφαρμόσιμο σε κάθε περίπτωση αυθαιρετούχων σε δάση και για τον λόγο ότι για να παραχωρηθεί σε αυτούς έγκριση επέμβασης θα πρέπει να εκπονηθεί ειδική περιβαλλοντική μελέτη και να εκδοθεί ΑΕΠΟ του έργου (που σε περίπτωση επιτρεπτής επέμβασης ενσωματώνεται στην έγκρισή της), η οποία ωστόσο θα έπρεπε να εκπονηθεί με βάση την κατάσταση της δασικής φύσης που υπήρχε πριν τη διενέργεια της αυθαίρετης εγκατάστασης. Ποια θα είναι επομένως η κατάσταση του δασικού περιβάλλοντος, την οποία θα λάβει υπόψη της η σχετική μελέτη, ώστε να κριθεί τι είναι επιτρεπτό να αδειοδοτηθεί τελικώς σε αυτό και τι όχι, αφού το δάσος θα έχει πλέον αλλοιωθεί ή και πλήρως καταστραφεί στη συγκεκριμένη έκταση λόγω των χρόνιων επεμβάσεων και των ανεξέλεγκτων δραστηριοτήτων του αυθαιρετούχου;
2. Αναβίωση κατηργημένων βεβαιώσεων παραγωγών μΥΗΣ
Από τις πλέον επαχθείς διατάξεις του νέου σχεδίου νόμου για το ήδη πληττόμενο φυσικό περιβάλλον της χώρας μας είναι και αυτή του άρθρου 61, με την οποία επιχειρείται να επιτραπεί η «αναβίωση» βεβαιώσεων παραγωγού φορέων εκμετάλλευσης Μικρών Υδροηλεκτρικών Σταθμών (μΥΗΣ), οι οποίες έχουν ανακληθεί ή καταργηθεί διοικητικά, με απλή διοικητική αίτηση του φορέα.
Η επιλογή αυτή αντιστρατεύεται ευθέως κάθε έννοια κράτους δικαίου και νομιμότητας στη δράση της δημόσιας περιβαλλοντικής διοίκησης και επιβραβεύει προκλητικά επίδοξους επενδυτές, των οποίων οι βεβαιώσεις κρίθηκαν μη νόμιμες, να προχωρήσουν την επένδυσή τους παρά τις διαπιστωμένες πλημμέλειες και ανεπάρκειες του σχετικού φακέλου.
Είναι δε απαράδεκτο και υποκριτικό να προβάλλονται συστηματικά ακόμα και από επίσημους θεσμικούς φορείς εικόνες από κατάξερες λίμνες και ποτάμια, να υποστηρίζεται ότι ευρείες περιοχές της χώρας κινδυνεύουν με ξηρασία και λειψυδρία και να εκτρέπονται ολόκληρα ποτάμια άλλων νομών για να «ξεδιψάσει» η Αθήνα, ενώ την ίδια στιγμή η επίσημη πολιτεία κάνει τα πάντα για να διευκολύνει σκανδαλωδώς την αθρόα αδειοδότηση ΜΥΗΕ παρεμποδίζοντας τον ελεύθερο ρου των νερών των ποταμών ακόμα και πολύ κοντά στις πηγές τους. Τούτο έρχεται και σε προφανή αντίθεση με τη Στρατηγική της Ε.Ε. για τη βιοποικιλότητα με ορίζοντα το 2030 που προβλέπει γενικώς την άρση εμποδίων και φραγμάτων σε ποτάμια και λοιπούς υδατικούς πόρους, για την οποία θα έπρεπε ήδη να δουλεύουμε.
3. «Περιοχές Επιτάχυνσης»
Σχετικά με την απαράδεκτη και αντισυνταγματική εξαίρεση περιοχών Natura από την προβλεπόμενη αδειοδοτική διαδικασία και την ΕΟΑ, επισημαίνεται ότι είναι απολύτως αυθαίρετος και μη νόμιμος ο χαρακτηρισμός εκτάσεων ως «Περιοχών Επιτάχυνσης», για τη διευκόλυνση της υπαγωγής τους στο προτεινόμενο απλουστευμένο αδειοδοτικό καθεστώς, εφόσον ο όρος αυτός δεν προβλέπεται καν στο ειδικό χωροταξικό πλαίσιο των ΑΠΕ (2008), που εξακολουθεί να ρυθμίζει τη χωροθέτηση όλων των ΑΠΕ στη χώρα μας.
Επισημαίνεται ότι η τήρηση της αδειοδοτικής διαδικασίας του ν. 2014/11 για έργα και δραστηριότητες εντός περιοχών natura και η υποχρεωτική υπαγωγή τους σε μελέτη Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης (ΕΟΑ) αποτελεί εναρμόνιση της χώρας μας σε εξαιρετικά σημαντικές Ευρωπαϊκές οδηγίες για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, τις οποίες η χώρα δεν δύναται να απεμπολήσει στον βωμό της άκρατης κερδοσκοπίας και της μετατροπής του περιβάλλοντος σε εμπορεύσιμο αντικείμενο, όπως επιχειρείται συστηματικά από τις ακολουθούμενες πολιτικές.
Η Ελλάδα καταδικάστηκε το 2020 από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη διαρκή παραβίαση της οδηγίας για τους οικοτόπους κατά την αδειοδότηση όλων των έργων σε περιοχές natura, επειδή δεν έχει καθορίσει, έως και σήμερα, στόχους διατήρησης. Ακολούθησε και Αιτιολογημένη Γνώμη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, τον Φεβρουάριο 2023, που εξειδίκευσε όσα έκρινε η ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου στο θέμα της αδειοδότησης αιολικών εγκαταστάσεων στην Ελλάδα, τις οποίες χαρακτήρισε ως μη νόμιμες στο σύνολό τους λόγω έλλειψης στόχων διατήρησης που καθιστά αδύνατη και την πλήρη διασφάλιση ότι το σχεδιαζόμενο έργο δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον, όπως απαιτεί το άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας για τους οικοτόπους.
Με δύο αποφάσεις του ωστόσο (ΦΕΚ Β’ 1807, 3118/2023) ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος επεχείρησε να παρουσιάσει ότι το υπουργείο δήθεν εκπόνησε στόχους διατήρησης των περιοχών Natura και των Σημαντικών Περιοχών για τα Πτηνά, μολονότι για το σύνολο σχεδόν των τόπων και των ειδών που αναφέρονται στους πίνακές τους αναγράφεται η ένδειξη «Ανεπαρκή δεδομένα», προφανώς επειδή ουδέποτε έγινε έρευνα στο πεδίο, αλλά οι αποφάσεις αυτές εκδόθηκαν εσπευσμένα και απολύτως ατεκμηρίωτα, προκειμένου να παρεμποδίσουν και νέα παραπομπή της χώρας στο ΔΕΕ ή και να διευκολύνουν την εντατικοποίηση των επεμβάσεων στο φυσικό περιβάλλον της Ελλάδας υπό το πρόσχημα της δήθεν ύπαρξης στόχων διατήρησης. Και τις δύο ως άνω υπουργικές αποφάσεις τις έχουν καταγγείλει στην Ευρωπαϊκή Ένωση εκατοντάδες φορείς, σωματεία και πολίτες στο πλαίσιο Αναφορών τους, που έγιναν στο σύνολό τους αποδεκτές κατά του Προγράμματος Antinero και των έργων αντλησιοταμίευσης στη λίμνη Τριχωνίδα.
Επομένως έως και σήμερα, η χώρα μας εξακολουθεί να μην διαθέτει στόχους διατήρησης των προστατευόμενων οικοτόπων της και των ειδών τους, γεγονός που καθιστά μη νόμιμη κάθε επέμβαση σε αυτούς, μεταξύ άλλων και για την εγκατάσταση έργων ΑΠΕ. Η δε έλλειψη προκαθορισμένων στόχων διατήρησης αντίκειται και στη Συνταγματική επιταγή του άρθρου 24, η οποία ορίζει ρητά ότι η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος αποτελεί υποχρέωση της πολιτείας με τη λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων. Το γεγονός ότι έργα ΑΠΕ προωθούνται συστηματικά και μάλιστα μέσα από ολοένα πιο απλουστευμένες αδειοδοτικές διαδικασίες χωρίς προηγούμενο καθορισμό στόχων διατήρησης, επομένως και χωρίς την απαιτούμενη διασφάλιση ότι δεν θα έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στο περιβάλλον της περιοχής που αφορούν, επιβάλλει την εφαρμογή και της «αρχής της προφύλαξης», που προβλέπει την άμεση αποχή από τα έργα και τη ματαίωσή τους στο σύνολό τους.
Αξίζει ακόμα να επισημάνουμε ότι το σχέδιο νόμου δεν λαμβάνει ουδόλως υπόψη το πδ/γμα 59/2018 για τις χρήσεις γης σε περιοχές natura, ενώ σε Σημαντικές Περιοχές για τα Πουλιά, σύμφωνα με τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, απαγορεύεται κάθε έργο με επιπτώσεις στο περιβάλλον ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ως αναγκαιότητα την οποία επιβάλλει το «μείζον εθνικό συμφέρον», επομένως ακόμα και αν οι περιοχές αυτές θεωρηθούν ως «Περιοχές Επιτάχυνσης» ενεργειακών έργων.
4. Απολύτως προσχηματική διαδικασία Δημόσιας Διαβούλευσης
Το υπό εξέταση σχέδιο νόμου όχι τυχαία αναρτήθηκε στη δημόσια διαβούλευση για ελάχιστο χρονικό διάστημα, που περιελάμβανε τη Μεγάλη Εβδομάδα και τις διακοπές του Πάσχα, μία περίοδο κατά την οποία οι Έλληνες παραδοσιακά ασχολούνται κατά κανόνα με τα θρησκευτικά και οικογενειακά τους καθήκοντα, την τήρηση των πατροπαράδοτων εθίμων, τις ετοιμασίες του Πάσχα και την καθιερωμένη έξοδό τους στην ύπαιθρο για τον εορτασμό της Πασχαλινής αργίας.
Αντιθέτως, η συμμετοχή στη δημόσια διαβούλευση ενός σχεδίου νόμου όπως το προτεινόμενο, με εκατοντάδες σελίδες, τεχνικούς όρους και λεπτομέρειες, απαιτούσε πολύωρη, επισταμένη μελέτη και τη συμβουλή ειδικευμένων επιστημόνων και τεχνικών για την κατανόησή του και τη σύνταξη ολοκληρωμένων και εμπεριστατωμένων σχολίων, η οποία ήταν απολύτως ασυμβίβαστη με το κλίμα των ημερών του Πάσχα. Και ίσως για αυτό επιλέχθηκε η δεδομένη χρονική περίοδος για να αναρτηθεί το σχέδιο νόμου στη δημόσια διαβούλευση, προκειμένου να αποφευχθούν αντιδράσεις και αρνητικά σχόλια από την πλειονότητα των πολιτών.
Ο προσχηματικός ωστόσο αυτός τρόπος και κυρίως ο ελάχιστος διαθέσιμος χρόνος των δύο εβδομάδων, κατά τον οποίο μεθοδεύτηκε η ανάρτηση και παραμονή του σχεδίου νόμου στη δημόσια διαβούλευση (μολονότι το άρθρο 61 του ν. 4622/19 δίνει δυνατότητα παράτασης της διαβούλευσης έως και δύο ακόμα εβδομάδες, η οποία ήταν απολύτως εύλογο να δοθεί στην παρούσα περίπτωση), αποτελεί ένα ακόμα κραυγαλέο παράδειγμα πλήρους απαξίωσης του θεσμού της δημόσιας διαβούλευσης και πλημμελούς εφαρμογής του νομικού πλαισίου που τον διέπει.
Όπως έχει επισημανθεί και παλαιότερα[2], ολοένα και συχνότερα οι παρατηρήσεις που καταγράφονται στη δημόσια διαβούλευση επί των σχεδίων νόμων για το περιβάλλον, ουδόλως λαμβάνονται υπόψη ή επηρεάζουν τα τελικώς ψηφισθέντα νομοθετικά κείμενα, ενώ πληθαίνουν διαρκώς οι φωνές διαμαρτυρίας και δυσαρέσκειας από στελέχη περιβαλλοντικών οργανώσεων και απλούς πολίτες οι οποίοι αν και δαπανούν πολύτιμες ώρες για τη μελέτη ογκωδέστατων νομοσχεδίων και του ισχύοντος πλαισίου που θα τους επιτρέψει να διατυπώσουν εμπεριστατωμένα σχόλια, διαπιστώνουν ότι τίποτα απ’ όσα γράφονται δεν λαμβάνεται υπόψη, οι δε διατάξεις καταλήγουν να ψηφίζονται αυτούσιες, στη μορφή με την οποία κατατέθηκαν στη διαβούλευση, ωσάν αυτή να μη συντελέστηκε ποτέ.
Ήδη κατά το παρελθόν χαρακτηριστικό παράδειγμα γι’ αυτό υπήρξε η ψήφιση του σχεδίου του νόμου 5106/2024 (ΦΕΚ Α’ 63), όπου δεν ελήφθησαν υπόψη, χωρίς καμία σχετική αιτιολογία ή απάντηση, οι σοβαρές και επιστημονικά τεκμηριωμένες αντιδράσεις του δασικού κόσμου που, μάλιστα, εκφράστηκαν και σε θεσμικό επίπεδο μέσω των αντιπροσωπευτικών οργάνων του, ακόμα και μέσα στη Βουλή, για θέματα που πλήττουν την ίδια τη λειτουργία και τις βασικές αρμοδιότητες της Δασικής υπηρεσίας.
Συχνά, επίσης, ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο διεξάγεται η δημόσια διαβούλευση για περιβαλλοντικά νομοσχέδια, βρίθει παραβιάσεων της σχετικής νομοθεσίας και πλημμελειών που καθιστούν την άσκηση της σχετικής δυνατότητας ανέφικτη ή εξαιρετικά δυσχερή από τους πολίτες και κάθε ενδιαφερόμενο φορέα. Ορισμένα χαρακτηριστικά παραδείγματα γι’ αυτό είναι, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
Α) Το σχέδιο της κύριας έκθεσης της Ολλανδικής εταιρίας HVA, συνολικής έκτασης 397 σελίδων(!), «για τη βελτίωση της διαχείρισης υδάτων, αγροτικών καλλιεργειών και αντιπλημμυρικής προστασίας στην Περιφέρεια Θεσσαλίας» αναρτήθηκε στη δημόσια διαβούλευση στην αγγλική(!) …με ό,τι αυτό σημαίνει για την επιλογή αυτή της Κυβέρνησης, για την πλήρη απαξίωση της γλώσσας μας και την αντιμετώπιση των Ελλήνων πολιτών με τον τρόπο που οι άλλοτε αποικιοκράτες συμπεριφέρονταν προς τους ιθαγενείς…
Β) Το 284 σελίδων σχέδιο νόμου που κατέληξε στην ψήφιση του ν. 5037/2023 με σειρά αντιδασικών και αντιπεριβαλλοντικών διατάξεων, δόθηκε στη δημόσια διαβούλευση για ένα μόλις δεκαήμερο, μεταξύ 16-27 Φεβρουαρίου 2023, το οποίο μάλιστα περιελάμβανε και το τριήμερο της αργίας της Καθαράς Δευτέρας(!)… Είναι προφανές ότι η ασφυκτική χρονική διάρκεια της διαβούλευσης δεν επαρκούσε ούτε για μία πρόχειρη ανάγνωση ενός τόσο πολυσέλιδου νομοσχεδίου που έπληξε κατάφωρα τα συνταγματικά προστατευόμενα αγαθά, των οποίων τη διαχείριση ρύθμιζαν οι διατάξεις του (ύδατα, δάση, περιβάλλον κ.ά.). Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι το περιβαλλοντικό έγκλημα στην ως άνω περίπτωση ακολούθησε ευθύς αμέσως το έγκλημα των Τεμπών, ακριβώς την επομένη της λήξης της διαβούλευσης…
Γ) Στο σχέδιο νόμου που οδήγησε στην ψήφιση του ν. 5092/2024, δεν ετέθη ποτέ στη δημόσια διαβούλευση η σημαντικότερη ίσως, από απόψεως νομικών συνεπειών, διάταξή του με την οποία καταργήθηκε το άρθρο 26 του ν. 2971/2001 που όριζε ότι στη Δωδεκάνησο κατισχύουν όλων των άλλων συναφών εφαρμοζομένων διατάξεων εκείνες του Κτηματολογικού Κανονισμού της, καίτοι το σχέδιο νόμου είχε ειδικό άρθρο καταργουμένων διατάξεων, αλλ’ η επίμαχη διάταξη εισήχθη, το πρώτον, απ’ ευθείας προς ψήφιση στο κοινοβούλιο, όταν πια η διαδικασία της δημόσιας διαβούλευσης είχε ολοκληρωθεί.
Δ) Το σχέδιο νόμου που αποτέλεσε το κείμενο του ν. 4685/2020 (νόμος Χατζηδάκη) ψηφίστηκε εσπευσμένα με μία κατάφωρα αντισυνταγματική διαδικασία, εν μέσω της πανδημίας του covid-19, από έναν ελάχιστο αριθμό βουλευτών οι οποίοι επιτρεπόταν από τα έκτακτα μέτρα να παρευρίσκονται στο κοινοβούλιο, ενώ το Σύνταγμα, στο άρθρο 72 παρ. 1, προβλέπει ότι, εφόσον πρόκειται για νομοσχέδια που αφορούν ή επηρεάζουν την προστασία και την άσκηση θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων (όπως εν προκειμένω το δικαίωμα στο περιβάλλον του άρθρου 24 Συντ.), η ψήφισή τους γίνεται μόνον από την Ολομέλεια της Βουλής(!). Πέραν αυτού, και στην περίπτωση αυτή, εμφανίστηκαν το πρώτον στη Βουλή προς ψήφιση υπερδιπλάσιες διατάξεις εκείνων που τέθηκαν στη διαβούλευση, επί των οποίων δεν δόθηκε ποτέ στο κοινό η δυνατότητα κατάθεσης παρατηρήσεων και σχολίων.
Επισημαίνεται ακόμα ότι η διαδικασία επί της δημόσιας διαβούλευσης, η οποία θεσπίστηκε με το άρθρο 61 του ν. 4622/2019 (ΦΕΚ Α’ 133) «Επιτελικό Κράτος: οργάνωση, λειτουργία και διαφάνεια της Κυβέρνησης, των κυβερνητικών οργάνων και της κεντρικής δημόσιας διοίκησης», ορίζει στην παρ. 4 αυτού ότι η Υπηρεσία Συντονισμού του οικείου Υπουργείου συντάσσει έκθεση επί της δημόσιας διαβούλευσης στην οποία παρουσιάζονται, ομαδοποιημένα, τα σχόλια και οι προτάσεις όσων έλαβαν μέρος στη διαβούλευση και τεκμηριώνεται η ενσωμάτωσή τους ή μη στις τελικές διατάξεις. Η έκθεση συνοδεύει τη ρύθμιση κατά την κατάθεσή της στη Βουλή, αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο στον οποίον έλαβε χώρα η διαβούλευση και αποστέλλεται με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στις ηλεκτρονικές διευθύνσεις από τις οποίες προήλθαν τα σχόλια.
Συναφώς, κατά την παρ. 7 του άρθρου 63 του ως άνω νόμου, ορίζεται ότι εντός μίας εβδομάδας από το πέρας της διαβούλευσης, η αρμόδια νομοπαρασκευαστική επιτροπή ετοιμάζει το τελικό σχέδιο νόμου και την Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης με ενσωματωμένα τα συμπεράσματα της διαβούλευσης και τα παραδίδει στον Γενικό Γραμματέα Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων.
Αξιοσημείωτο είναι ακόμη και το άρθρο 58 του ν. 4622/2019 που καθιερώνει τις αρχές της «Καλής Νομοθέτησης», με την πολιτική διαμόρφωση κανόνων για τη βελτίωση της ποιότητας των ρυθμίσεων και των διαδικασιών παραγωγής τους, όπως είναι ιδίως: α) η αναλογικότητα (καταλληλότητα, αναγκαιότητα, εύλογη σχέση μέσου και σκοπού), β) η απλότητα και η σαφήνεια του περιεχομένου των ρυθμίσεων, γ) η αποφυγή αντιφατικών ρυθμίσεων ή ρυθμίσεων που αποκλίνουν από τη γενική πολιτική, δ) η αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα των ρυθμίσεων, ε) η διαφάνεια μέσω της προσβασιμότητας στις ρυθμίσεις και της δυνατότητας υποβολής προτάσεων σχετικών με αυτές κατά το στάδιο της κατάρτισης και της αξιολόγησης της εφαρμογής τους (ανοιχτή διαδικασία), στ) η επικουρικότητα και λογοδοσία μέσω του σαφούς προσδιορισμού των αρμόδιων οργάνων εφαρμογής των ρυθμίσεων, ζ) η ασφάλεια δικαίου, η) η ισότητα των φύλων και θ) η δημοκρατική νομιμοποίηση. Ορίζεται περαιτέρω ότι οι αρχές της καλής νομοθέτησης εφαρμόζονται τόσο κατά την κατάρτιση σχεδίων και προτάσεων νόμων και κανονιστικών πράξεων, όσο και κατά την αξιολόγηση, την απλούστευση, την αναμόρφωση και την κωδικοποίησή τους, αλλά και κατά την ενσωμάτωση του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην ελληνική έννομη τάξη.
Είναι προφανές ότι τίποτα δεν τηρείται από όσα επιβάλλει ο νόμος που θέσπισε τη δημόσια διαβούλευση επί των σχεδίων νόμων, καθώς ούτε επίσημα συμπεράσματα επ’ αυτής εξάγονται, ούτε τεκμηριώνεται ο λόγος για τον οποίο τα σχόλια απορρίπτονται ή τουλάχιστον δεν λαμβάνονται υπόψη στην τελική διατύπωση των διατάξεων που εισάγονται προς ψήφιση στο κοινοβούλιο, ούτε η τελική έκθεση που οφείλει το αρμόδιο υπουργείο να συντάσσει επί των σχολίων αποστέλλεται ποτέ στο ηλεκτρονικό ταχυδρομείο όσων τα κατέθεσαν.
Αντιθέτως, δίνεται όλο και περισσότερο η εντύπωση ότι η δημόσια διαβούλευση διενεργείται πλέον αποκλειστικά και μόνον προσχηματικά, για να προσδώσει μία επίφαση νομιμότητας σε νομοσχέδια που έρχονται σε αντίθεση με το Σύνταγμα και την αρχή του Κράτους δικαίου και της νομιμότητας ή θίγουν κατοχυρωμένα δικαιώματα του κοινωνικού συνόλου. Σε κάθε περίπτωση, ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται ο θεσμός της δημόσιας διαβούλευσης οδηγεί στην πλήρη απαξίωσή του από εκείνους τους ίδιους οι οποίοι τον καθιέρωσαν, τόσο στην πράξη όσο και στη συνείδηση του κοινού, δημιουργώντας αναπόφευκτο έλλειμμα δημοκρατίας και διαφάνειας.
Οι παραβάσεις των κανόνων, που αφορούν την εφαρμογή του θεσμού της δημόσιας διαβούλευσης αποτελούν ταυτόχρονα και παραβιάσεις των αρχών που καθιέρωσε η Συνθήκη του Άαρχους (που υπεγράφη στο Aarhus της Δανίας την 25η Ιουνίου 1998), με την οποία κατοχυρώθηκε το δικαίωμα του πολίτη στην περιβαλλοντική πληροφόρηση, στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη και στη συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων για περιβαλλοντικά θέματα που τον αφορούν[3]. Στη χώρα μας, η Συνθήκη του Άαρχους έχει κυρωθεί με τον ν. 3422/2005 (ΦΕΚ Α’ 303), ενώ σε άμεση συνάφεια με το αντικείμενό της ισχύουν και: 1. Η κυα 1649/45/14.1.2014 (ΦΕΚ Β’ 45), που κατάργησε την προηγούμενη σχετική κυα 37111/2021/2003, 2. Η κυα ΗΠ 11764/653/2006 (ΦΕΚ Β’ 327), η οποία κωδικοποιήθηκε στο πδ/γμα 28/2015 (ΦΕΚ Α’ 34), 3. Η κυα 9269/470/2007 (ΦΕΚ Β’ 286), η οποία ενσωμάτωσε τις διατάξεις των άρθ. 3 παρ. 7 και 4 παρ. 4 της οδηγίας 2003/35/ΕΚ όσον αφορά τα μέσα ένδικης προστασίας του κοινού κατά πράξεων ή παραλείψεων της Διοίκησης σχετικά με θέματα ενημέρωσης και συμμετοχής του κατά τη διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων, 4. Ο ν. 3882/2010 (ΦΕΚ Α’ 166) «Εθνική Υποδομή Γεωχωρικών Πληροφοριών - Εναρμόνιση με την Οδηγία 2007/2/ΕΚ», και 5. ο ν. 4727/2020 (ΦΕΚ Α’ 184) «Ψηφιακή Διακυβέρνηση (Ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2102 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1024)…».
Στο πλαίσιο της νομοθεσίας της ΕΕ ισχύουν επίσης: 1. Η Οδηγία 4/2003 (EE L 41/26/14.2.2003) για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, 2. Η Οδηγία 35/2003 (ΕΕ L 156/17/25.6.2003) για τη συμμετοχή του κοινού στην κατάρτιση ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων, που αφορούν το περιβάλλον, 3. Η οδηγία 2/2007 (ΕΕ L 108/1/25.4.2007) για τη δημιουργία υποδομής χωρικών πληροφοριών στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (οδηγία Inspire), και 4. Ο Κανονισμός 166/2006 (ΕΕ L 33/1/4.2.2006) και συγκεκριμένα, το άρθρο 10 αυτού που αφορά την πρόσβαση σε πληροφορίες.
Για την ενημέρωση και προστασία του πολίτη, τον εκσυγχρονισμό της δημόσιας Διοίκησης και την αντιμετώπιση φαινομένων κακοδιοίκησης, αξιοσημείωτη είναι και η λειτουργία της Ανεξάρτητης Αρχής του «Συνηγόρου του Πολίτη» δυνάμει του ν. 2477/1997. Όσον αφορά το περιβάλλον, αρμόδιος είναι ο «Κύκλος Ποιότητας Ζωής», στελεχωμένος με ειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, με σημαντικό έργο και Πορίσματα σχετικά με κρίσιμα περιβαλλοντικά θέματα. Καταγγελίες για παραβιάσεις διατάξεων του ν. 4622/2019 δύναται ο πολίτης να υποβάλει και στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας, ενώ για παραβιάσεις των δικαιωμάτων του αναφορές γίνονται και προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
5. Συμπεράσματα
Σε κάθε περίπτωση το πρόσφατο σχέδιο νόμου για τις ΑΠΕ (Απρ. 2026), αν ψηφιστεί και αποτελέσει νόμο του κράτους, θα δώσει τη δυνατότητα να αδειοδοτηθούν υπό την ισχύ του επαχθέστατα έργα στις πολυτιμότερες περιοχές της ελληνικής φύσης χωρίς καμία πλέον νομοθετική προστασία, γεγονός που θα αποτελέσει την ταφόπλακα του φυσικού περιβάλλοντος στη χώρα μας. Οι άδειες που θα εκδοθούν για έργα που εκκρεμούν προς αδειοδότηση ακόμα και εντός σπάνιων οικοσυστημάτων δασών και περιοχών natura, θα είναι ωστόσο μη νόμιμες και μη εφαρμόσιμες στο σύνολό τους, αφού η παντελής έλλειψη στόχων διατήρησης στην Ελλάδα καθιστά έως και σήμερα μη νόμιμη τη χωροθέτηση και εγκατάσταση παντός έργου με περιβαλλοντικές επιπτώσεις σε προστατευόμενες περιοχές, σύμφωνα και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Περισσότερο από ποτέ είναι τώρα κρίσιμη και αναγκαία η συντονισμένη δράση των περιβαλλοντικών κινημάτων και οργανώσεων, της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλά και των Ελλήνων βουλευτών, για την αποτροπή της ψήφισης των πλέον αντιπεριβαλλοντικών διατάξεων που προτάθηκαν στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια.
[1] «Εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας για τη
χρήση και την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές - Ενσωμάτωση Οδηγίας
(ΕΕ) 2023/2413, Οδηγίας (ΕΕ) 2024/1405 και μερική ενσωμάτωση της Οδηγίας (ΕΕ)
2024/1788 - Ρυθμίσεις για την αγορά ενέργειας - Πολεοδομικές ρυθμίσεις -
Διατάξεις περιβαλλοντικής και δασικής προστασίας - Ρυθμίσεις για την οργάνωση
και την επαρκή στελέχωση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και λοιπών
φορέων εποπτείας του».
[2] Σ. Παυλάκη, «Δημόσια Διαβούλευση για
περιβαλλοντικά νομοσχέδια: Θεσμός ή πρόσχημα;»,
https://dasarxeio.com/2024/04/29/135835/
[3] Σ. Παυλάκη, «Η συμμετοχή των πολιτών
στην προστασία του περιβάλλοντος», https://dasarxeio.com/2016/09/15/34578/
Σχόλια