Υποκολοπή κωδικών e-banking και αφαίρεση ποσού από τραπεζικό λογαριασμό: Ευθύνη της Τράπεζας και Αποζημίωση του θύματος
ΜΠρΑθ 4682/2026: Δικαστική δικαίωση για θύμα phishing: Η τράπεζα υποχρεούται να επιστρέψει τα κλαπέντα χρήματα.
Το Περιστατικό: Πελάτης τράπεζας έπεσε θύμα απάτης (phishing) όταν άγνωστος, με το πρόσχημα πληρωμής για μεταφορά λαδιών, τον παρέσυρε σε ψεύτικο site της τράπεζας. Ο πελάτης, πιστεύοντας ότι εγκρίνει την είσπραξη 148,80€, έδωσε τους κωδικούς SMS-OTP, με αποτέλεσμα οι δράστες να του αφαιρέσουν 19.660 ευρώ μέσα σε μία ώρα.
Η Κρίση του Δικαστηρίου: Ευθύνη της Τράπεζας: Το δικαστήριο έκρινε ότι η τράπεζα φέρει ευθύνη (συμβατική και αδικοπρακτική). Παρέλειψε να εντοπίσει τις ύποπτες, ασυνήθιστα υψηλές και διαδοχικές συναλλαγές, ενώ επέδειξε βαριά αμέλεια καθώς καθυστέρησε να μπλοκάρει τους λογαριασμούς των δραστών (που ανήκαν στην ίδια τράπεζα) μετά την άμεση ειδοποίηση από το θύμα.
Απόρριψη ισχυρισμών της Τράπεζας: Οι συμβατικοί όροι που απαλλάσσουν την τράπεζα σε περίπτωση διαρροής κωδικών κρίθηκαν άκυροι ως αντίθετοι προς τον νόμο (Ν. 4537/2018). Επίσης, απορρίφθηκε η ένσταση ότι το θύμα είχε «βαριά αμέλεια», καθώς ενεργούσε καλόπιστα και η ζημιά θα είχε αποφευχθεί αν η τράπεζα είχε σωστά συστήματα ασφαλείας.
Το Αποτέλεσμα: Η τράπεζα υποχρεούται να αποζημιώσει τον πελάτη με 17.789,51 ευρώ (το ποσό της κλοπής μείον 1.870€ που κατάφερε να ανακτήσει η τράπεζα). Αντίθετα, το αίτημα για αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης απορρίφθηκε.
Ο Ενάγων εκπροσωπήθηκε από την Αγγελική Βαγενά, Δικηγόρο Αθηνών, τηλ. / Fax:2130049661, Κιν.:6947779369
Ακολουθεί απόσπασμα της απόφασης:
"Ειδικότερα αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, πειθόμενος από τις ψευδείς παραστάσεις του άγνωστου δράστη περί δήθεν πληρωμής για την μεταφορά λαδιών που δήθεν επιθυμούσε να πραγματοποιήσει, γνωστοποίησε αρχικά τον αριθμό λογαριασμού του σε αυτόν, μη γνωρίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο του έδινε πρόσβαση στο λογαριασμό e- banking του, ευρισκόμενος δε σε πλάνη αναφορικά με το γεγονός ότι το μήνυμα που έλαβε στο κινητό του τηλέφωνο, προερχόταν από την εναγόμενη, πάτησε τον περιεχόμενο στο εν λόγω μήνυμα ηλεκτρονικό σύνδεσμο και οδηγήθηκε σε περιβάλλον που ομοίαζε με αυτό της ηλεκτρονικής τραπεζικής της εναγόμενης, έχοντας δε την πεποίθηση πως βρίσκεται στο ασφαλές τραπεζικό περιβάλλον της εναγόμενης πληκτρολόγησε τα ζητούμενα στοιχεία. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος γνωστοποίησε στον άγνωστο δράστη τους μοναδικούς εξαψήφιους κωδικούς (SMS- OTPs), ενεργώντας καλόπιστα, προκειμένου να εξυπηρετήσει τον φερόμενο πελάτη - άγνωστο δράστη να ολοκληρώσει την δήθεν αποστολή του εμβάσματος προς τον τραπεζικό του λογαριασμό, έχοντας την εσφαλμένη πεποίθηση ότι οι κωδικοί αυτοί επρόκειτο να χρησιμοποιηθούν για την πίστωση στον ανωτέρω λογαριασμό του ποσού των 148,80 ευρώ και όχι για τους σκοπούς για τους οποίους αυτός εν τέλει χρησιμοποιήθηκαν, και συγκεκριμένα για την τροποποίηση της συνδρομής του ενάγοντος με την εισαγωγή των υπ’ αριθ. .. και ..λογαριασμών, οι οποίο αποθηκεύτηκαν ως επαφή από το myAlpha Web και συνακόλουθα την ηλεκτρονική μεταφορά του συνολικού ποσού 19.660 (18.000 + 260 + 1.400) ευρώ με χρέωση των λογαριασμών ενάγοντος. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι ο ενάγων την ίδια κιόλας ημέρα αφενός επικοινώνησε με εκπροσώπους της εναγόμενης, προκειμένου να δηλώσει ότι έπεσε θύμα υποκλοπής των κωδικών ασφαλείας στο alpha web banking, αφετέρου υπέβαλε έγκληση για την τελεσθείσα σε βάρος του απάτη. Συνεπώς, με βάση όλα τα παραπάνω, δεν αποδεικνύεται από την εναγόμενη, ως έχουσα το σχετικό δικονομικό βάρος, ότι η επίμαχη διατραπεζική μεταφορά ήταν γνήσια συναλλαγή του ενάγοντος, ακόμη κι αν η συγκατάθεσή της φέρεται να δόθηκε με τη μορφή που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Τούτο, διότι η διάταξη του άρθρου 64 παρ. 1 και 2 ν. 4537/2018, σύμφωνα με την οποία μια πράξη πληρωμής θεωρείται εγκεκριμένη, μόνο εφόσον ο πληρωτής έχει δώσει τη συγκατάθεσή του στην εκτέλεσή της, τέθηκε για να προστατεύσει τον χρήστη υπηρεσιών πληρωμής από την εκτέλεση πληρωμών που δεν ανταποκρίνονται στη βούλησή του και όχι για να αποτρέψει τη γένεση αξιώσεων σε βάρος του παρόχου των υπηρεσιών σε κάθε περίπτωση διενέργειας συναλλαγών με φερόμενη συναίνεση του χρήστη με*τον τρόπο που συμφωνήθηκε, ακόμα και αν αυτή δόθηκε με αθέμιτη παρέμβαση τρίτου προσώπου που ο χρήστης αγνοούσε και ουδέποτε ενέκρινε. Η ανωτέρω βούληση του νομοθέτη συνάγεται σαφώς και από την διάταξη του άρθρου 72 παρ. 2 εδ. α' ν. 4537/2018. Ούτε, εξάλλου, δύναται να αποκλειστεί η ευθύνη της εναγόμενης κατ' εφαρμογή των όρων της σύμβασης παροχής τραπεζικών υπηρεσιών και του Πλαισίου Συνεργασίας - Γενικοί Όροι Διενέργειας Τραπεζικών Συναλλαγών τους οποίους έχει αποδεχτεί η ενάγουσα, σύμφωνα με τους οποίους, μεταξύ άλλων, η εναγόμενη δεν ευθύνεται για οποιαδήποτε ζημία του πελάτη της που σχετίζεται με συναλλαγές που διενεργήθηκαν με χρήση των προσωπικών του κωδικών πρόσβασης στην υπηρεσία Internet Banking, απορριπτόμενων των σχετικών ισχυρισμών της ως ουσιαστικά αβάσιμων, καθόσον οι προαναφερόμενοι συμβατικοί όροι είναι άκυροι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 103 ν. 4537/2018, ως ερχόμενοι σε αντίθεση με τις διατάξεις των άρθρων 71, 73 και 92 του ιδίου νόμου, οι οποίες προβλέπουν καθολική ευθύνη του παρόχου και απαλλαγή του μόνο για ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες είναι πέρα από τον έλεγχο του μέρους που τις επικαλείται και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρ’ όλες τις προσπάθειες για το αντίθετο, εισάγουν δε οι διατάξεις αυτές αναγκαστικό δίκαιο υπέρ των χρηστών, καθώς σύμφωνα με το άρθρο 103 ν. 4537/2018 οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών απαγορεύεται να παρεκκλίνουν από τις διατάξεις του εις βάρος των χρηστών υπηρεσιών πληρωμών, εκτός αν η δυνατότητα παρέκκλισης προβλέπεται ρητά και μπορούν να αποφασίζουν να προσφέρουν μόνο ευνοϊκότερους όρους στους χρήστες υπηρεσιών πληρωμών, οι δε προαναφερόμενοι συμβατικοί όροι δεν συνιστούν ευνοϊκότερους αλλά δυσμενέστερους όρους προς το χρήστη υπηρεσιών πληρωμής. Εν προκειμένω, όμως, η εναγόμενη δεν απέδειξε τη γνησιότητα της συναλλαγής και την έγκρισή της από τον ενάγοντα και δεν αποδεικνύεται ότι αυτή έλαβε όλα τα μέτρα πρόνοιας και ασφάλειας που μπορούσε να λάβει εντός της σφαίρας επιρροής της, κάτω από ομαλές και προβλέψιμες συνθήκες και κατά τρόπο ώστε οι παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες χρησιμοποιούμενες από τον ενάγοντα (καταναλωτή), να μη θέτουν σε κίνδυνο τα συμφέροντα του τελευταίου και ιδίως την ακεραιότητα της πίστης και της ασφαλούς παροχής υπηρεσιών, προκαλώντας σε αυτόν -από την παραβίαση των σχετικών υποχρεώσεων - ζημία. Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων ενήργησε με δόλο ως προς τη μεταφορά του επίδικου χρηματικού ποσού, ήτοι ότι η επίμαχη συναλλαγή ήταν αποτέλεσμα συμπαιγνίας μεταξύ του ενάγοντας και τρίτου προσώπου, ούτε ότι ο ενάγων παραβίασε υπαίτια τις προβλεπόμενες εκ του άρθρου 69 του ν. 4537/2018 υποχρεώσεις, ήτοι α) να χρησιμοποιεί το μέσο πληρωμών σύμφωνα με τους όρους που διέπουν την έκδοση και χρήση του, οι οποίοι πρέπει να είναι αντικειμενικοί, χωρίς διακρίσεις και αναλογικοί, και β) να ειδοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση τον πάροχο υπηρεσιών πληρωμών ή τον φορέα που ο τελευταίος ορίζει, μόλις αντιληφθεί απώλεια, κλοπή, υπεξαίρεση του μέσου πληρωμών, ή μη εγκεκριμένη χρήση του, αφού αφενός ειδοποίησε την εναγόμενη αμέσως μόλις αντιλήφθηκε ότι έπεσε θύμα υποκλοπής των κωδικών ασφαλείας στην ’εφαρμογή e-banking του λογαριασμού του, αφετέρου αμφισβήτησε τις επίμαχες συναλλαγές αμέσως μόλις έλαβε γνώση αυτών τη. 18.07.2022, και πάντως εντός της προβλεπόμενης εκ του άρθρου 71 παρ. 1 του ν. 4537/2018 προθεσμίας των δεκατριών (13) μηνών. Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ότι βαρύνει τον ενάγοντα καμία αμέλεια για την ζημία που υπέστη από την απατηλή μεταφορά του ποσού των 19.660 ευρώ από τον λογαριασμό του στον λογαριασμό των άγνωστων σε αυτόν αποδεκτών των εμβασμάτων, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού της εναγόμενης, ότι απαλλάσσεται η ίδια εξαιτίας βαριάς αμέλειας του ενάγοντος κατ’ άρθρο 74 του ν. 4537/2018 λόγω μη τήρησης των υποχρεώσεών του που απορρέουν από το άρθρο 69 του ίδιου νόμου (περί ασφαλούς φύλαξης από τον ενάγοντα των εξατομικευμένων διαπιστευτηρίων ασφαλείας),, αλλά και λόγω της ισχυρής ταυτοποίησης που απαιτήθηκε για τη διενέργεια της επίδικης συναλλαγής. Ειδικότερα, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η σχετική συναλλαγή ήταν γνήσια κατά την έννοια του νόμου, λόγω της προηγηθείσας έγκρισης από τον ενάγοντα, εν προκειμένω, και λαμβανομένου υπόψη του ότι, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν στις οικείες νομικές σκέψεις της υπό στοιχείο II μείζονας σκέψης της παρούσας, στην ισχυρή ταυτοποίηση απαιτείται πάντοτε διαδικασία δύο σταδίων και συνεπώς βαρεία αμέλεια νοείται, κατά κανόνα, μόνο στην περίπτωση που ο εξαπατηθείς πληρωτής παράσχει στους δράστες της απάτης τα απαιτούμενα μέσα και των δύο σταδίων (πχ. όνομα χρήστη και κωδικό αφενός και μοναδικό κωδικό πρόσβασης για μεταφορά κεφαλαίου αφετέρου). Ωστόσο, όμως, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων δεν πρόσβασης στον λογαριασμό τροποποίηση της συνδρομής προαναφερόμενων λογαριασμών ως επαφών από το myAlpha web, με την καταχώριση των εξαψήφιων κωδικών, δικαιολογημένα αγνοούσε ότι εγκρίνει την εν λόγω τροποποίηση και συνακόλουθα ότι έδινε τη δυνατότητα στον άγνωστο τρίτο να προβεί σε μεταφορά κεφαλαίου ποσού 19.660 ευρώ από τον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος προς τον λογαριασμό τρίτων προσώπων, αφού δεν είχε κάνει προηγουμένως χρήση της εν λόγω υπηρεσίας ούτε αυτής της μεταφοράς κεφαλαίου προς τρίτους, ούτε είχε δώσει τη σχετική εντολή ο ίδιος εισερχόμενος στην ηλεκτρονική υπηρεσία της εναγόμενης με τη χρήση του προσωπικού του ονόματος χρήστη (username) και του κωδικού πρόσβασης του (password). Αντιθέτως, ενεργώντας καλόπιστα είχε την δικαιολογημένη πεποίθηση ότι αυτή αφορούσε στο ποσό που θα της κατέβαλε ο τρίτος δράστης της απάτης και όχι σε οποιαδήποτε μεταφορά κεφαλαίου από τον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος. Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων όπως συνομολογείται με το δικόγραφο της αγωγής του, γνωστοποίησε τους εξαψήφιους κωδικούς ασφαλείας στον άγνωστο δράστη, προκειμένου να τους καταχωρίσει για την έγκριση της συναλλαγής, εντούτοις, αυτό δεν ανταποκρινόταν στην αληθινή βούλησή του, καθόσον ο ίδιος δικαιολογημένα αγνοούσε ότι αυτή αφορούσε σε έγκριση μεταφοράς χρημάτων από τον τραπεζικό του λογαριασμό σε λογαριασμό τρίτων στην τράπεζα. Σημειωτέον δε ότι για τις μεταφορές των προαναφερόμενων χρηματικών ποσών ουδέποτε ζητήθηκε η καταχώριση πρόσθετου κωδικού ασφαλείας. Επομένως, οι επίδικες συναλλαγές μεταφοράς ποσού των 19.660 εύρω θεωρούνται, ελλείψει αποδεικνυόμενης παροχής συγκατάθεσης εκ μέρους του ενάγοντος, μη εγκριθείσες κατά τις προβλέψεις του άρθρου 64 ν. 4537/2018, απορριπτόμενων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγόμενης, . εφόσον μάλιστα ο ενάγων προχώρησε, κατ’ άρθρο 71 παρ. 1 ν. 4537/2018, χωρίς υπαίτια καθυστέρησή του, σε ειδοποίηση της εναγόμενης αναφορικά με τις επίδικες μη εγκριθείσες πράξεις πληρωμής. Η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται από το ότι η ίδια η εναγόμενη προχώρησε σε ενέργειες για την ανάκτηση και την πίστωση του συνολικού ποσού των 1.870,49 ευρώ στον λογαριασμό του ενάγοντος, ενέργεια στην οποία δεν θα είχε προβεί σε αντίθετη περίπτωση σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής. Ως εκ τούτου η εναγόμενη ευθύνεται για την αποκατάσταση της προκληθείσας στον εναγοντα ζημίας, ποσού 17.789,51 (19.660 - 1.870,49) ευρώ. Περαιτέρω, η ανωτέρω συμπεριφορά της εναγόμενης, συνιστά ταυτόχρονα και αδικοπραξία, υπό την έννοια της παράνομης και υπαίτιας παράλειψης από μέρους της των επιβαλλόμενων από τον νόμο ενεργειών. Ειδικότερα, οι υποχρεώσεις των τραπεζών και δη της εναγομένης δεν εξαντλούνται ασφαλώς μόνο στην εισαγωγή της λεγάμενης ισχυρής ταυτοποίησης όσον αφορά τα διαπιστευτήρια εισόδου στο σύστημα ή έγκρισης των πληρωμών. Αντιθέτως, περιλαμβάνουν ένα ευρύ πλέγμα υποχρεώσεων, όπως τη συνεχή παρακολούθηση των μεθόδων εξαπάτησης και μέτρων για την εξουδετέρωσή τους, την εγκαθίδρυση συστήματος εντοπισμού των ύποπτων συναλλαγών, τεχνικές επαλήθευσης της γνησιότητας της εντολής, με ενεργοποίηση της άμεσης επικοινωνίας, εύληπτη - με βάση το προφίλ του πελάτη - προσυμβατική ενημέρωση, προσαρμοσμένες στις ανάγκες του συμβάσεις, άμεσους μηχανισμούς ανάκτησης των χρημάτων κ.ά. Μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε στην υπό στοιχεία IV νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να εφαρμόζουν συγκεκριμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας όταν υπάρχει υπόνοια νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας. Σημειωτέον ότι σύμφωνα με τον όρο 5.9.3 των Γενικών Όρων Διενέργειας Τραπεζικών συναλλαγών της εναγομένης «Η Τράπεζα ελέγχει την Εντολή Πληρωμής του Πελάτη σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό και ρυθμιστικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της νομιμοποιήσεως εσόδων εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδοτήσεως της τρομοκρατίας...». Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη επέδειξε αμέλεια κατά την εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων, όπως αυτές διαμορφώνονται από τις γενικές αρχές των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, όσο και από τη διάταξη του άρθρου 13 ν. 4557/2018 καθώς αμέλησε να λάβει πρόσθετα μέτρα ασφαλείας τόσο για τον εντοπισμό των ύποπτων συναλλαγών, όσο και για την επαλήθευση της γνησιότητας των συναλλαγών, κατά τα αναφερόμενα στην υπό στοιχεία III νομική σκέψη. Πιο συγκεκριμένα, το γεγονός ότι πραγματοποιήθηκαν διαδοχικά οι επίμαχες χρηματικές μεταφορές σε χρονικό διάστημα περίπου μίας ώρας, το γεγονός ότι το ύψος ειδικά της πρώτης συναλλαγής ήταν ασύνηθες και ιδιαίτερα υψηλό για το συναλλακτικό προφίλ του ενάγοντας, το γεγονός ότι και οι τρεις μεταφορές έγιναν προς λογαριασμό που μόλις είχε καταχωρισθεί ως «αναγνωρισμένος» και τέλος το γεγονός ότι όλες οι μεταφορές έγιναν προς λογαριασμούς που ουδέποτε είχαν συναλλαχθεί με τον ενάγοντα και μάλιστα χωρίς νόμιμη αιτία έπρεπε να έχει κινητοποιήσει το τμήμα e-banking της εναγόμενης ώστε αφενός μεν να προχωρήσει σε άμεση απενεργοποίηση του λογαριασμού e-banking, αφετέρου δε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον ενάγοντα, προκειμένου να επιβεβαιώσει την εγκυρότητα των συναλλαγών. Επιπλέον, αμέλεια της εναγόμενης και μάλιστα βαριά αμέλεια, εντοπίζεται και στο στάδιο μετά την ουσιαστική αποπεράτωση του εγκλήματος της απάτης σε βάρος του ενάγοντος. Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων επικοινώνησε την ίδια κιόλας ημέρα με το τηλεφωνικό κέντρο της εναγόμενης προκειμένου να δηλώσει ότι έπεσε θύμα υποκλοπής των κωδικών ασφαλείας στο alpha web banking, και ενώ είχε τα διαθέσιμα μέσα αφού οι δύο λογαριασμοί - αποδέκτες των εμβασμάτων ήταν δικοί της και ανήκαν σε πελάτες της δεν ενήργησε άμεσα, ώστε να μπλοκάρει τους λογαριασμούς αυτούς εγκαίρως πριν τα χρήματα μεταφερθούν περαιτέρω σε τρίτο λογαριασμό, γεγονός που θα καθιστούσε την ανάκτηση των χρημάτων δυσχερή αν όχι αδύνατη. Αντ’ αυτού η εναγόμενη φαίνεται ότι καθυστέρησε να κινήσει τις νόμιμες διαδικασίες ανάκτησης, με αποτέλεσμα να καταφέρει να ανακτήσει ένα πολύ μικρό ποσό, ύψους 1.870,49 ευρώ. Δεδομένων των ανωτέρω, η προπεριγραφόμενη υπαίτια συμπεριφορά των προστηθέντων της εναγόμενης, η οποία είναι παράνομη, ως αντικείμενη στις διατάξεις του ν. 4537/2018, αντίκειται και στις διατάξεις του ν. 2251/1994, συναρτώμενη με την έλλειψη ασφάλειας των υπηρεσιών, την οποία δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, καθώς και με την οικοδόμηση της εμπιστοσύνης, που είναι απαραίτητη στις τραπεζικές συναλλαγές, στοιχεία τα οποία οφείλει μέσα στη σφαίρα των παρεχόμενων υπηρεσιών να προσφέρει. Επιπλέον, η ίδια υπαίτια συμπεριφορά αντίκειται στις αρχές της καλής πίστης και συναλλακτικών ηθών, όπως αυτές αποκρυσταλλώνονται στην διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, καθώς και στο κατά το άρθρο 914 ΑΚ επιβαλλόμενο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλο υπαιτίως. Επομένως, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας, η ευθύνη της εναγόμενης προς αποζημίωση, πέρα από συμβατική, θεμελιούμενη στις διατάξεις του ν. 4537/2018 που διέπουν τη μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση παροχής υπηρεσιών πληρωμής, ερείδεται και στη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 2251 /1994, που έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση, αφού η ζημία του ενάγοντος προκλήθηκε από πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εναγόμενης, στο πλαίσιο παροχής των υπηρεσιών της, αλλά και στη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, υπό την έννοια της παράλειψης από μέρους της παρανόμως και υπαιτίως επιβαλλόμενων ενεργειών της. Περαιτέρω, η ένσταση που προέβαλε επικουρικά η εναγόμενη, περί συνυπαιτιότητας της ενάγουσας κατ’ άρθρο 300 ΑΚ στην πρόκληση της ζημίας της σε ποσοστό 98%, ισχυριζόμενη ότι αυτός γνωστοποίησε τους κωδικούς του (SMS- OTPs) σε τρίτους και ότι μετά τη λήψη του πρώτου μηνύματος από την τράπεζα για την προσθήκη προϊόντος θα έπρεπε να σταματήσει να καταχωρεί τους κωδικούς που λάμβανε και να σταματήσει να εγκρίνει τη διενέργεια των επίδικων συναλλαγών, τυγχάνει απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθώς η γνωστοποίηση των στοιχείων αυτών στον τρίτο άγνωστο δράστη της απάτης αποτελεί ενέργεια εσφαλμένη από την πλευρά του, πλην, όμως, η ζημία του ενάγοντος θα ’ είχε αποτραπεί εάν η εναγόμενη είχε λάβει όλα τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προελέχθη. Ως εκ τούτου, ο ενάγων διατηρεί έναντι της εναγομένης αξίωση αποζημίωσης, ποσού 17.789,51 ευρώ. Αντίθετα, από την εκτίμηση του ίδιου, ως άνω, αποδεικτικού υλικού δεν αποδεικνύεται ότι συνεπεία της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων οργάνων της εναγόμενης ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, καθώς δεν προσκομίζει κανένα αποδεικτικό μέσο από το οποίο να προκύπτει ότι εξαιτίας της απώλειας του ως άνω ποσού που παρανόμως αφαιρέθηκε από τον τραπεζικό του λογαριασμό επλήγη η οικονομική της ευρωστία της ατομικής του επιχείρησης και ότι ήρθε αντιμέτωπος αυτός και η οικογένειά του με σοβαρά οικονομικά προβλήματα".
Το πλήρες κείμενο της Απόφασης εδώ
(photo: pixabay.com)

Σχόλια