Προδιαγραφές κλάδευσης αστικών δέντρων

Γράφει η Σοφία Παυλάκη, Δικηγόρος

Αστικές κλαδεύσεις

Η κλάδευση αστικών δέντρων συνιστά βασική μέθοδο βιώσιμης διαχείρισης και περιποίησής τους. Ωστόσο, τα τελευταία κυρίως χρόνια έχουν επικρατήσει τα υπερβολικά κλαδέματα των δέντρων σε κοινόχρηστους χώρους πόλεων και οικισμών της χώρας, γεγονός που προκαλεί στην πλειονότητα των περιπτώσεων εύλογη αναστάτωση και αντιδράσεις στις τοπικές κοινωνίες και γενικευμένη υποβάθμιση και απομείωση του αστικού πρασίνου.

Είναι απολύτως σαφές ότι σε συνθήκες εντεινόμενης κλιματικής αλλαγής η βλάστηση, οπουδήποτε απαντάται, στη φύση ή στον αστικό χώρο, λειτουργεί ως βασικός μοχλός ανάσχεσης των συνεπειών της. Τα δε πάρκα, τα άλση και οι εν γένει χώροι αστικού πρασίνου αποτελούν τις κατ’ εξοχήν «φυσικές καταβόθρες» των αερίων του θερμοκηπίου εντός του οικιστικού ιστού.

Αξιοσημείωτη είναι και η διατύπωση των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 62 του Δασικού Κώδικα (νδ/γμα 86/1969), κατά την οποία η δασική περιποίηση και εκμετάλλευση όχι μόνον ολοκλήρων δασών, αλλά και μεμονωμένων δέντρων που εντάσσονται σε χώρους αστικού πρασίνου (άλση, πάρκα κ.λπ.) ή σε προστατευτικά δάση, πρέπει να γίνεται με τρόπο που δεν παραβλάπτει τον κύριο σκοπό για τον οποίο προορίζονται, ήτοι την απόλαυση του πρασίνου από το κοινό εις το διηνεκές.

Η συμβολή επομένως του αστικού πρασίνου στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής κρίνεται καθοριστική για το περιβάλλον των πόλεων και των οικισμών και θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ως βασική παράμετρος του χωρικού και πολεοδομικού σχεδιασμού, που στόχο έχει τη διασφάλιση ποιότητας ζωής, με την προστασία του ζωτικού χώρου του ανθρώπου στα αστικά κέντρα, τηρουμένων των πολεοδομικών σταθεροτύπων που προέβλεψε η ΥΑ 10788/2004 (ΦΕΚ Δ’ 285), των διατάξεων των υπουργικών αποφάσεων 125837/726/3.6.2013 (ΦΕΚ Β’ 1528/21.6.2013) «Προδιαγραφές Σύνταξης των Μελετών Διαχείρισης Κοινόχρηστων χώρων πρασίνου» και 133384/6587/2015 (ΦΕΚ Β’ 2828/23.12.2015) «Προδιαγραφές Σύνταξης των Μελετών Διαχείρισης Πάρκων και Αλσών» και της σχετικής νομοθεσίας γενικότερα.

Ενόψει της αρχής της βιώσιμης ανάπτυξης που προβλέπεται από το Σύνταγμα (άρθρο 24) και πρέπει, ως εκ τούτου, να κυριαρχεί σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα και επενέργεια με δυνητικές επιπτώσεις στο περιβάλλον (φυσικό και αστικό), οι αστικές κλαδεύσεις απαγορεύεται να λαμβάνουν χαρακτήρα γενικευμένης και ισοπεδωτικής εξαφάνισης του πρασίνου με τα φαινόμενα της «καρατόμησης» των δέντρων και της αθρόας και αλόγιστης υλοτόμησής τους που παρατηρούνται καθημερινά στην εποχή μας στον αστικό ιστό.

Υλοτόμηση ή κλάδευση δέντρου ή συνόλου δέντρων ή άλλου στοιχείου αστικής βλάστησης επιτρέπεται μόνο κατόπιν σχετικής επιστημονικής μελέτης, που θα πρέπει να έχει εκπονηθεί από ειδικευμένο επιστήμονα (δασολόγο, γεωπόνο κ.λπ.), ειδικά για τη συγκεκριμένη κάθε φορά κλάδευση ή υλοτομία και μόνον εφ’ όσον προκύπτει αποδεδειγμένα ότι το συγκεκριμένο δέντρο που πρόκειται να κλαδευτεί ή να υλοτομηθεί είναι φορέας μεταδοτικής ασθένειας προς άλλα δέντρα ή έχει καταστεί επικίνδυνο για το διερχόμενο κοινό ή για την περιουσία τρίτων ή για το περιβάλλον και εφόσον η κοπή ή η κλάδευσή του παρίσταται αιτιολογημένα ως η έσχατη «λύση» αντιμετώπισης της ασθένειας ή της επικινδυνότητας, αφού αποκλειστούν αιτιολογημένα όλες οι προτεινόμενες εναλλακτικές λύσεις.

Οι δε αρμόδιες υπηρεσίες που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση και προστασία του αστικού πρασίνου, οφείλουν να λειτουργούν ως θεματοφύλακές του εντός της περιοχής της δικαιοδοσίας τους και να συμβάλλουν με κάθε δυνατό τρόπο στη διαφύλαξη του αστικού πρασίνου εις το διηνεκές ως πολύτιμου υποκατάστατου φυσικού κεφαλαίου εντός του αστικού ιστού, με τη βιώσιμη και επιμελημένη διαχείρισή του, την επαύξησή του και τη δημιουργία νέων χώρων πρασίνου εντός του δομημένου περιβάλλοντος, όπου αυτό είναι εφικτό, κατά τους κανόνες και τα πορίσματα των σχετικών επιστημονικών κλάδων της δασολογίας, γεωπονίας κ.λπ. και τις Προδιαγραφές αστικών φυτεύσεων και φυτοπροστασίας.  

Τα υπολείμματα των αστικών κλαδεύσεων και της υλοτομίας συλλέγονται από τις αρμόδιες υπηρεσίες του οικείου δήμου και είτε διατίθενται, προκειμένου να διαμορφωθούν σε καυσόξυλα ή ξυλάνθρακες, είτε διανέμονται δωρεάν προς καύση σε δημότες χαμηλού εισοδήματος. 

Σημαντικά στην ορθολογική κλάδευση των φυτών συμβάλλουν και οι Κανονισμοί Πρασίνου των δήμων της χώρας (ενδ. βλ. Κανονισμούς Πρασίνου Δήμου Κηφισιάς Ν. Αττικής: Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου 319/2024, Α.Π.: 56862/19.12.2024 - ΑΔΑ: ΨΩΜ4ΩΕΜ-ΗΔ9 και Δήμου Βούλας - Βάρης - Βουλιαγμένης: Απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου 243/23.9.2020 - ΑΔΑ: Ψ26ΧΩΨ2-ΕΟΝ).

Παράβαση των διατάξεων της ισχύουσας νομοθεσίας σχετικά με την κοπή και κλάδευση δέντρων θα μπορούσε αναλογικά να επισύρει την επιβολή των ποινών του άρθρου 268 του Δασικού Κώδικα περί παράνομης υλοτομίας και μεταφοράς δασικών προϊόντων καθώς και τις κυρώσεις των άρθρων 28-30 ν. 1650/1986, με την επιφύλαξη της συνδρομής και κάθε άλλης μορφής ευθύνης που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις.

Τεχνικές Προδιαγραφές κλάδευσης δέντρων

Σχετικά με την κλάδευση δέντρων και θάμνων εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις της ΥΑ Δ22/4193/22.11.2022 (ΦΕΚ Β’ 4607/13.12.2022) «Έγκριση εβδομήντα (70) Ελληνικών Τεχνικών Προδιαγραφών (ΕΤΕΠ), οι οποίες σύμφωνα με το κείμενό τους, εφαρμόζονται σε κάθε δημόσιο έργο ή μελέτη. Πρόκειται συγκεκριμένα για την ΕΛΟΤ ΤΠ 1501-10-06-04-01 «Κλάδεμα δένδρων» και την ΕΛΟΤ ΤΠ 1501-10-06-04-02 «Κλάδεμα θάμνων».

Ειδικότερα, η Τεχνική Προδιαγραφή ΕΛΟΤ TΠ 1501-10-06-04-01 αποσκοπεί στην καθιέρωση ορθών πρακτικών και μεθόδων κλάδευσης δέντρων, προβλέποντας αναλυτικά τα ακόλουθα:

Τα δέντρα είναι ζώντες οργανισμοί που χρειάζονται ιδιαίτερη φροντίδα, μεταχείριση και παρακολούθηση κατά την εκτέλεση εργασιών κλάδευσής τους, αλλά και σε κάθε περίσταση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους.

Ως «κλάδεμα δένδρων» ορίζεται η επιλεκτική απομάκρυνση τμήματος μόνο της βλάστησής τους, που σκοπό έχει τη βελτίωση της υγείας και της ευρωστίας τους, τον έλεγχο της ανάπτυξής τους, την αύξηση της άνθησης και της καρποφορίας τους, τη βελτίωση της εμφάνισής τους, την αποφυγή των κινδύνων από ακραία καιρικά φαινόμενα και την προφύλαξη από τραυματισμούς διερχομένων ατόμων.

Το κλάδεμα αποτελεί σημαντικό παράγοντα της συντήρησης των δέντρων και εν γένει των φυτών και θα πρέπει να γίνεται με τρόπο επιστημονικά ορθό, σε  κατάλληλη εποχή και από ειδικευμένο προσωπικό.

Από την ορθή εκτέλεση του κλαδέματος προκύπτουν ποικίλα οφέλη, όπως μειωμένος κίνδυνος θραύσης του δέντρου και των στελεχών του, βελτιωμένη υγεία και εμφάνιση και αυξημένη άνθηση του δέντρου, απρόσκοπτη διέλευση των διερχομένων πεζών και οχημάτων και μη παρεμπόδιση της ορατότητας.

Αντιθέτως, η μη ορθή εκτέλεση του κλαδέματος έχει άμεσες δυσμενείς επιπτώσεις στην υγεία, στη σταθερότητα και στην εμφάνιση του δέντρου και έμμεση επίπτωση στην υγεία, στην ασφάλεια και στην ποιότητα ζωής του ανθρώπου.

Σκοποί κλαδέματος

Το κλάδεμα αποσκοπεί στην εξασφάλιση της υγείας και της ανάπτυξης των δέντρων, ώστε να έχουν ελκυστική εμφάνιση, να εξυπηρετούν τις λειτουργίες για τις οποίες φυτεύτηκαν, αλλά και να μην αποτελούν παγίδες για διερχόμενους πεζούς και οχήματα.

Αποκλειστικοί σκοποί του κλαδέματος κατά την εξεταζομένη ΕΛΟΤ είναι:

α) Η απόδοση σχήματος στο δέντρο ή η διατήρηση του σχήματός του.

β) Η καλύτερη ανάπτυξη του δέντρου και η ενδυνάμωσή του.

γ) Η αυξημένη παραγωγή ανθέων του δέντρου.

δ) Λόγοι αισθητικής.

ε) Λόγοι ασφαλείας συνιστάμενοι στον καθαρισμό της κόμης του δέντρου μόνον όμως από τα νεκρά, ασθενή ή σπασμένα μέρη ή τα χαμηλά κλαδιά του, που μπορεί να αποτελέσουν κίνδυνο για ανθρώπους, οχήματα ή κτήρια και όχι στην πλήρη και ολοσχερή «καρατόμηση» του δέντρου με τον βίαιο, αφύσικο και απαράδεκτο αφανισμό του συνόλου της κόμης του, όπως γίνεται κατά κόρον σήμερα.

στ) Η εξισορρόπηση της υπέργειας βλάστησης με τη ρίζα του δέντρου.

Απαιτείται Φυτοτεχνική Μελέτη

Ο Ανάδοχος των εργασιών κλαδέματος θα πρέπει προηγουμένως να υποβάλλει στην Αρμόδια αρχή προς έγκριση έκθεση με προτεινόμενο πρόγραμμα εργασίας, στην οποία θα αναφέρεται ο αριθμός των δένδρων που θα κλαδευτούν, ανά ύψος και ανά ΦΕΑ (φρεάτιο ελέγχου άρδευσης) καθώς και τα είδη κλαδέματος που θα εφαρμοσθούν (κλάδεμα ανανέωσης, μόρφωσης κ.λπ.).

Οι εργασίες κλαδέματος δεν εφαρμόζονται αδιακρίτως με την ίδια μέθοδο σε όλα τα δέντρα, αλλ’ αναλόγως των στόχων του κλαδέματος, των καιρικών συνθηκών που επικρατούν, της εποχής του έτους, του σταδίου ανάπτυξης των δέντρων και της υγείας τους, έχουν εφαρμογή αντίστοιχες τεχνικές και οι κατάλληλες κατά περίπτωση επεμβάσεις, που θα πρέπει να καθορίζονται εκ των προτέρων στη Φυτοτεχνική Μελέτη του έργου που υποβάλλεται από τον Ανάδοχο προς την αρμόδια αρχή.

Ποιοτική αξιολόγηση κλαδέματος

Κριτήριο αξιολόγησης της εργασίας κλαδέματος είναι η τήρηση των κανόνων που αφορούν: α) Την καταλληλότητα της εποχής του κλαδέματος. β) Το χαρακτηριστικό του είδους σχήμα του δέντρου. γ) Τον έλεγχο των σπασμένων κλάδων. δ) Τη θέση και καθαρότητα των διενεργηθέντων τομών, και ε) την επάλειψη των τομών με προστατευτικό πολτό.

Προγραμματισμός

Το κλάδεμα πρέπει να αποτελεί προγραμματισμένη εργασία, ώστε με την τακτική, ορθολογική επανάληψή του να αποφεύγεται η δημιουργία υπερβλάστησης. Σε περίπτωση ωστόσο που έχει προκύψει υπερβολική βλάστηση σε ορισμένη περιοχή, αυτή δεν θα πρέπει να αφαιρείται κατά τρόπο βίαιο, άμεσο/εφάπαξ και καθολικό, όπως γίνεται σήμερα με τις μεθόδους κλαδέματος που εφαρμόζονται, αλλά σταδιακά, μέσα στην πάροδο αρκετών χρόνων και με ήπιο, ορθολογικό τρόπο κλαδέματος που θα σέβεται τα δέντρα.

Κλάδεμα αστικών δέντρων

Κλάδεμα αστικών δέντρων κατ’ αρχάς γίνεται προς τον σκοπό διατήρησης του σχήματός τους και συντήρησής τους. Είναι σημαντικό να επιτευχθεί ένα ελκυστικό σχήμα και ταυτοχρόνως ισορροπία μεταξύ βλάστησης και ανθοφορίας ή καρποφορίας, ενώ το δέντρο θα διατηρείται ζωηρό και υγιές.

Κλάδεμα ανύψωσης κόμης: Πρόκειται για πρακτική αφαίρεσης των κατώτερων μόνο κλάδων της κόμης του δέντρου με σκοπό την ελεύθερη πρόσβαση των πεζών, οχημάτων κ.λπ. Το ελάχιστο ελεύθερο ύψος του δέντρου καθορίζεται από τη χρήση του χώρου, σε καμία όμως περίπτωση δεν πρέπει να είναι μικρότερο από 2,20 μ. από το έδαφος.  

Δένδρα ύψους άνω των 4.5 μ. κατά μήκος μονοπατιών, σε πάρκα, άλση κ.λπ. θα πρέπει να έχουν ελάχιστο ύψος από το έδαφος τουλάχιστον 1,75 μ. από το σημείο που αναπτύσσονται οι κατώτεροι κλάδοι, ώστε να διευκολύνεται η ασφαλής διέλευση των πεζών. Στα δέντρα κατά μήκος οδικών αρτηριών το ελάχιστο ελεύθερο ύψος πρέπει να είναι 5,2 μ. από το οδόστρωμα.

Οι κλάδοι απομακρύνονται τόσο από την πλευρά του δρόμου όσο και από την εσωτερική για τη διατήρηση ισορροπίας της κόμης. Μετά το κλάδεμα η αναλογία του ύψους της παραμένουσας κόμης προς το ύψος του δέντρου πρέπει να είναι τουλάχιστον 2/3. Η αφαίρεση των κλάδων μπορεί να γίνεται και σταδιακά, με διατήρηση «πρόσκαιρων», αδύναμων βλαστών που θα προστατεύουν το δέντρο από βανδαλισμούς και ηλιοεγκαύματα. 


Κλάδεμα αραίωσης κόμης: Συνίσταται στην επιλεκτική αφαίρεση κλάδων με σκοπό την αύξηση διείσδυσης του αέρα και του φωτισμού στο εσωτερικό της κόμης του δέντρου και ταυτόχρονη διατήρηση της δομής και του σχήματός του. Με τη μείωση της πυκνότητας του φυλλώματος, μειώνεται και η αντίσταση του δέντρου στον άνεμο και αυξάνεται η σταθερότητά του.

Για την αποφυγή ωστόσο καταπόνησης του δέντρου και υπερβολικής παραγωγής «λαίμαργων» βλαστών, δεν πρέπει να αφαιρείται πάνω από το ¼ των ζωντανών βλαστών ανά κλάδεμα. Αν κριθεί απαραίτητη η αφαίρεση μεγαλύτερου ποσοστού, αυτή πρέπει να γίνει σε διαδοχικά έτη. Η αφαίρεση βλάστησης γίνεται και εσωτερικά και εξωτερικά της κόμης, με τρόπον ώστε να διατηρείται η ισορροπία της βλάστησης στους κλάδους και συνολικά στην κόμη. Κλάδοι που σχηματίζουν οξεία γωνία με τον κορμό αφαιρούνται για τον λόγο ότι η σύνδεσή τους με αυτόν είναι ασθενής, ενώ διατηρούνται οι κλάδοι με σχήμα U. 


Κλάδεμα μείωσης κόμης: Αποκόπτονται οι κορυφές βλαστών ή κλάδων από το εξωτερικό τμήμα της κόμης, για τη μείωση του συνολικού όγκου (ύψους και περιφέρειας) του δέντρου, με διατήρηση όμως των χαρακτηριστικών του είδους. Όταν από την κόμη μεγάλων δένδρων, κυρίως πλατύφυλλων, διέρχονται ηλεκτρικά καλώδια χαμηλής τάσης πρέπει να εξασφαλίζεται ελάχιστη ελεύθερη απόσταση 1,00 μ. μεταξύ καλωδίων και κλάδων. Καθίσταται επομένως σαφές ότι και στην περίπτωση αυτή το δέντρο δεν καρατομείται χάριν των καλωδίων, αλλά διαμορφώνεται αναλόγως με το κατάλληλο και ενδεδειγμένο ορθολογικό κλάδεμα.

Κατά τη μείωση της κόμης οι πλάγιοι κλάδοι που απομένουν θα πρέπει να έχουν διάμετρο τουλάχιστον ίση προς το 1/3 της διαμέτρου των κλάδων που αφαιρούνται, για την αποφυγή υπερβολικής παραγωγής «λαίμαργων» κλάδων. Σε περίπτωση μείωσης της κόμης δέντρων που γειτονεύουν με κτήρια ή βρίσκονται κατά μήκος οδού, η βλάστηση δεν καταργείται αλλά θα πρέπει να απέχει τουλάχιστον 1,5 μ. από τις πληροφοριακές πινακίδες ή τα φανάρια σηματοδότησης και τουλάχιστον 1 μ. από τους βραχίονες φωτιστικών σωμάτων, ώστε να μην εμποδίζεται η δέσμη φωτός.

Κλάδεμα επαναφοράς σχήματος: Αφαιρούνται οι κορυφές των βλαστών ή κλάδων από το εξωτερικό τμήμα της κόμης, με σκοπό τη διαμόρφωση του σχήματος του δέντρου που έχει αναπτυχθεί ανισομερώς (ύψος ή περιφέρεια). Σε περίπτωση που είναι απαραίτητη η απομάκρυνση μεγάλου κλάδου, για λόγους ισορροπίας θα πρέπει να κλαδεύονται και αντίστοιχοι κλάδοι από την άλλη πλευρά της κόμης, για λόγους δε αισθητικούς πρέπει να μειώνεται το μήκος των άμεσα γειτονικών κλάδων.

Κλάδεμα άνθησης: Πρόκειται για αφαίρεση κλάδων, με την οποία επιδιώκεται η μεγαλύτερη δυνατή άνθηση των φυτών με τη διατήρηση περισσότερων ανθοφόρων οφθαλμών. Με το κλάδεμα άνθησης εξασφαλίζεται ισορροπία μεταξύ βλάστησης και άνθησης.

Κλάδεμα διατήρησης της υγείας και ασφάλειας του δέντρου και των διερχομένων: Συνίσταται στην αφαίρεση αποκλειστικά των κλάδων που εν δυνάμει μπορεί να προκαλέσουν τραυματισμούς ή φθορά περιουσίας και στην περικοπή των κλάδων που παρεμποδίζουν την ορατότητα σε οδό.

Τα δέντρα σε καμία περίπτωση δεν καρατομούνται συνολικά, ενώ απαγορεύεται η κάθετη κλάδευση της μισής κόμης των δένδρων με μηχάνημα, διότι η στήριξή τους γίνεται με αυτό τον τρόπο επισφαλής.

Το κλάδεμα για τη διατήρηση της υγείας του δέντρου αποσκοπεί στην αφαίρεση μόνο των ξηρών, κατεστραμμένων και αρρωστημένων κλάδων καθώς και όλων των παράπλευρων, ανώριμων και ασθενικών βλαστών που εμφανίζονται στο κέντρο των δέντρων και μπορεί να αποτελέσουν πιθανές εστίες μόλυνσης.

Τα αφαιρούμενα τμήματα απομακρύνονται και καίγονται.

Για τη δημιουργία ισχυρού και ανθεκτικού σε ανέμους σκελετού, το δέντρο πρέπει να κλαδευτεί, ούτως ώστε να μείνουν περιορισμένοι ανθεκτικοί κλώνοι, σε σωστές αποστάσεις μεταξύ τους, κατά μήκος και ακτινωτά, γύρω από τον κεντρικό κορμό.

Στις δεντροστοιχίες οι κύριοι κλάδοι των δέντρων πρέπει να αρχίζουν σε ύψος 1,80 έως 2,40 μ. από την επιφάνεια του εδάφους. Οι πιο χαμηλοί κλάδοι τους πρέπει να αφαιρούνται, ώστε η διάβαση κάτω από τα δέντρα να είναι απρόσκοπτη και χωρίς κίνδυνο τραυματισμού. Ιδεατά, η απομάκρυνση αυτών των κλάδων πρέπει να πραγματοποιείται σταδιακά, ακολουθώντας την ανάπτυξη του δέντρου.

Η εφάπαξ απομάκρυνση αυτών των κλάδων έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία αδύναμου και ισχνού κορμού, που χρήζει υποστύλωσης. Αν παρόλα αυτά πρέπει να γίνει εφάπαξ απομάκρυνση, οι κατώτεροι κλάδοι πρέπει να κλαδευτούν αφήνοντας κοντά «υπολείμματα» που θα κόβονται σταδιακά.

Εάν επιτρέπεται από το επιδιωκόμενο σχήμα του φυτού το κλάδεμα γίνεται έτσι, ώστε περισσότερο φως να φθάνει στις εσωτερικές διακλαδώσεις του φυτού.

Επιζήμιες πρακτικές κλαδέματος

Ειδικοί τύποι κλαδέματος μόρφωσης είναι οι ονομαζόμενοι «pollarding» και «topiary» (κλάδεμα των φυτών σε αφύσικα και περίεργα σχήματα). Ειδικότερα το Pollarding έγκειται στην ετήσια απομάκρυνση όλης της νεαρής βλάστησης, με αποτέλεσμα τον επόμενο χρόνο να δημιουργείται πλούσια βλάστηση μόνον όμως στα άκρα των κλάδων. Το Topiary συνίσταται στο κλάδεμα φυτών σε γεωμετρικά ή άλλα σχήματα με σκοπό τη δημιουργία ειδικών εντυπώσεων, πχ. σχήμα καλαθιού, σχήματα ζώων, γεωμετρικά σχήματα κ.λπ. Το κλάδεμα αυτό εφαρμόζεται σε συγκεκριμένα δέντρα (κερασιά, δάφνη Απόλλωνος) ή σε θάμνους με μικρά φύλλα.

Συναφώς, το topping και το lopping είναι επιζήμιες πρακτικές για τα δέντρα καθώς το μεν topping συνίσταται στην αφαίρεση του άνω τμήματος παλαιών δέντρων για τη μείωση του ύψους τους, με το κλάδεμα των κάθετων κλάδων σε μεσογονάτια διαστήματα, το δε lopping συνίσταται στην κοπή των οριζοντίων κλάδων στα μεσογονάτια διαστήματα για τη μείωση της κόμης.

Οι ως άνω τύποι κλαδέματος των κύριων ή δευτερευόντων κλάδων, είτε για αισθητικούς λόγους (μείωση της θέας, της ηλιοφάνειας κ.λπ.) είτε για λόγους ασφαλείας (ανάπτυξη δέντρων κοντά σε καλώδια), προκαλούν τα αντίθετα από τα αναμενόμενα αποτελέσματα και θα πρέπει να αποφεύγονται.

Μεταξύ των δυσμενών επιπτώσεων του κορυφολογήματος είναι οι ακόλουθες:

α) Ανάπτυξη άσχημων, φουντωτών νέων κλάδων που συνήθως ξεπερνούν σε ύψος τους αρχικούς βλαστούς.

β) Μείωση της αισθητικής αξίας των δέντρων με την αλλοίωση του φυσικού σχήματός τους.

γ) Εξασθένηση της δομής του δέντρου και αύξηση κινδύνου σπασίματός του.

δ) Αύξηση της ευαισθησίας του δέντρου στη σήψη.

Με το σωστό κλάδεμα μπορεί να επιτευχθεί η απομάκρυνση των «ενοχλητικών» κλάδων χωρίς τα προβλήματα που δημιουργούν οι παραπάνω πρακτικές κλαδέματος.

Εποχή κλαδέματος

Το κλάδεμα πρέπει να αποφεύγεται σε εποχές που υπάρχει αυξημένος κίνδυνος προσβολής των φυτών από ασθένειες ή μικροοργανισμούς. Η εποχή κλαδέματος καθορίζεται από το είδος του δέντρου, το είδος του κλαδέματος, την περιοχή και τις κλιματολογικές συνθήκες της συγκεκριμένης χρονιάς.

Φυλλοβόλα δένδρα: Καλύτερη εποχή κλαδέματος θεωρείται το τέλος του χειμώνα. Επισημαίνονται τα ακόλουθα: α) Να αποφεύγεται το κλάδεμα την άνοιξη κατά την έκπτυξη των φύλλων. β) Να αποφεύγεται το κλάδεμα το φθινόπωρο κατά την αποβολή των φύλλων. γ) Όταν το δέντρο αποτελεί καταφύγιο πουλιών τον χειμώνα, οι εργασίες κλαδέματος σε αυτό επιβάλλεται να καθυστερήσουν μέχρι να ανέβουν οι θερμοκρασίες. δ) Σε περιοχές με όψιμους παγετούς το κλάδεμα να εκτελείται πριν την έκπτυξη των φύλλων.

Αειθαλή δένδρα: Μπορούν να κλαδευτούν οποιαδήποτε εποχή του έτους, καλύτερη όμως περίοδος θεωρείται η άνοιξη, όχι όμως κατά την περίοδο της άνθησης. Σε περιοχές με όψιμους παγετούς, το κλάδεμα θα εκτελείται με γνώμονα τη προστασία των δένδρων από την παγετοπληξία.

Ανθοφόρα δένδρα: α) Σε ξύλο τρέχουσας βλάστησης, το κλάδεμα θα γίνεται όταν τα φυτά είναι σε περίοδο λήθαργου. β) Σε ξύλο παρελθόντος έτους, το κλάδεμα θα γίνεται αμέσως μετά το τέλος της άνθησης και πριν τον σχηματισμό ανθοφόρων οφθαλμών.

∆ένδρα σκίασης: Το κλάδεμα θα γίνεται κατά την περίοδο λήθαργου ή αμέσως μετά την πρώτη έκπτυξη βλάστησης.

Κωνοφόρα: Για τον έλεγχο της ακραίας βλάστησης (κυριαρχία κορυφής) και τη δημιουργία πιο συμπαγούς φυτού, θα κορυφολογείται το μισό του ακραίου οφθαλμού την άνοιξη ή αμέσως πριν την έκπτυξη των νέων βελονών.

Γενικά τα περισσότερα είδη δέντρων ανέχονται ήπια κλαδέματα καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του έτους. Εξαίρεση αποτελούν τα είδη που είναι επιρρεπή στην έκκριση χυμών (π.χ. σφένδαμος, σημύδα, καρυδιά), τα οποία καλό είναι να μην κλαδεύονται νωρίς την άνοιξη, όταν υπάρχει έντονο ανιόν ρεύμα χυμών. Η έκκριση (απώλεια) χυμών κατά το κλάδεμα είναι ακίνδυνη, αλλά σπαταλά τους πόρους των δέντρων και είναι αντιαισθητική.

Πρέπει επίσης να αποφεύγεται το κλάδεμα ευαίσθητων σε ασθένειες δέντρων την εποχή της μέγιστης ευαισθησίας τους. Μόνον οι κατεστραμμένοι, νεκροί κλάδοι μπορούν να αφαιρούνται οποιαδήποτε στιγμή του έτους.

Μεταχείριση πληγών κλαδέματος

Όταν η τομή είναι μεγαλύτερη των 5-10 εκ. καλύπτεται με «πάστα επούλωσης πληγών κλαδέματος», με τοπικό ψεκασμό (σπρέι) ή με πινέλο, ώστε να προστατεύεται το δέντρο από την είσοδο μικροοργανισμών και να επιταχύνεται η επούλωση της πληγής. Η εφαρμογή της πάστας θα γίνεται με πινέλο ή με τοπικό ψεκασμό (σπρέι).

Απαιτείται επίσης περιποίηση των πληγών του δένδρου που προέρχονται από μηχανήματα, ζώα ή άλλες αιτίες, με επιμελή καθαρισμό της πληγής, λείανση του τραύματος και κάλυψή του με την πάστα επούλωσης τομών.

Εργαλεία και συντήρησή τους

Αναλόγως του είδους του προς κλάδευση δέντρου και του είδους κλαδέματος που θα εφαρμοστεί, χρησιμοποιούνται τα κατάλληλα εργαλεία κλάδευσης:  κλαδευτήρια, ψαλίδες, πριόνια, τηλεσκοπικά κλαδευτήρια, αλυσοπρίονα κ.λπ.

Πρέπει να επιλέγονται εργαλεία κλαδέματος κατάλληλα για το μέγεθος των τεμαχίων που προβλέπεται να κοπούν.

Τα εργαλεία πρέπει να είναι αιχμηρά, έτσι ώστε να γίνονται λείες τομές χωρίς ακανόνιστες άκρες ή στελέχη, να έχουν καθαριστεί από την προηγούμενη χρήση και η λεπίδα κοπής να μην έχει σκουριές.

Πρέπει να αποφεύγονται τα βαριά εργαλεία κλαδέματος με μια λεπίδα που κόβει την επιφάνεια, επειδή συνθλίβουν τον ιστό. Για τούτο θα πρέπει να  χρησιμοποιούνται εργαλεία με παράκαμψη (τύπου ψαλιδιού).

Η πλευρά της λεπίδας του κλαδευτήρα πρέπει να είναι στραμμένη προς το δέντρο και να πιέζεται προς τα πάνω ή προς τα πλάγια του κλαδιού. Το πέρασμα της λεπίδας προς τα κάτω μέσω του κλάδου μπορεί να προκαλέσει τη διάσπαση της ένωσης.

Πρέπει να αποφεύγεται η χρήση εξοπλισμού και η εφαρμογή μεθόδων εργασίας που μπορεί να προκαλέσουν κακώσεις στον κορμό και στους διατηρούμενους κλάδους των δένδρων.

Εφιστάται η προσοχή στη χρησιμοποίηση σκάλας για την εκτέλεση των κλαδεμάτων, διότι μπορούν να προκληθούν κακώσεις στο κάμβιο, ιδιαίτερα όταν ο φλοιός του δένδρου είναι λεπτός.

Τα εργαλεία πρέπει να καθαρίζονται και να λαδώνονται μετά τη χρήση τους για προστασία από τη σκουριά. Οι λάμες τους πρέπει να είναι πάντα πολύ καλά ακονισμένες για αποφυγή τραυματισμού των βλαστών.

Σε περίπτωση που κλαδεύεται φυτό προσβεβλημένο από μύκητες ή άλλους παθογόνους παράγοντες, τα εργαλεία κλαδέματος πρέπει να απολυμαίνονται προς αποφυγή μετάδοσης ασθενειών. Επισημαίνεται ότι τα αλυσοπρίονα είναι δύσκολο -αν όχι αδύνατο- να αποστειρωθούν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών.

Η πιθανότητα μεταφοράς παθογόνων παραγόντων από τα εργαλεία κλαδέματος εξαρτάται από το είδος του φυτού, το μέγεθος της προσβολής, τον τύπο των εργαλείων και τις καιρικές συνθήκες.

Πρέπει να χρησιμοποιούνται ειδικά σκευάσματα απολύμανσης, τα οποία δεν προκαλούν ταυτόχρονα ούτε βλάβες στον φυτικό ιστό ούτε φθορές στα εργαλεία.

Στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθεί διάλυμα χλωρίνης 10% σε συνδυασμό με απολυμαντικό σπρέι για τον ψεκασμό. Συνιστάται πάντως να ζητείται η συμβουλή δασολόγου ή γεωπόνου.

Για την τεχνική κλαδέματος ορίζει η παρ. 5 της ΕΛΟΤ, η οποία είναι αξιοσημείωτο ότι σε καμία περίπτωση δεν προβλέπει «καρατόμηση» του δέντρου, ώστε να απομένει μόνον ο κορμός του.

Αντιθέτως προβλέπεται ότι κατά τις εργασίες κλαδέματος θα πρέπει να απομένει στο δέντρο σημαντικό ποσοστό από τα κλαδιά του, ότι η τεχνική κλαδέματος θα πρέπει να συναρτάται προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και το είδος του δέντρου καθώς και ότι ακόμη και σε περίπτωση κλαδέματος λόγω ζημιών στα δέντρα εξ αιτίας ακραίων καιρικών φαινομένων (σπάσιμο ή πτώση κλάδων κ.λπ.), το κλάδεμα αποτελεί επείγουσα επέμβαση με σκοπό όχι μόνο την ασφάλεια των διερχομένων, αλλά και τη διάσωση του ίδιου του δέντρου.

Κλάδευση με αναρριχητές

Σε πάρκα, άλση ή κοντά σε κτήρια που είναι ανέφικτη η χρήση ανυψωτικών μηχανημάτων, το κλάδεμα απαιτεί αναρριχητές. Το προσωπικό της κατηγορίας αυτής πρέπει να είναι πιστοποιημένο για εργασίες σε μεγάλο ύψος και να είναι εξοπλισμένο με όλα τα απαιτούμενα μέσα ατομικής προστασίας (ΜΑΠ).

Κλάδεμα φοινίκων

Κατά το κλάδεμα των φοινίκων δεν πρέπει να κόβεται ή να τραυματίζεται ο ακραίος οφθαλμός, γιατί τότε ξηραίνεται το δέντρο. Τα παλιά φύλλα των φοινίκων απομακρύνονται, γιατί αποτελούν καταφύγιο επιβλαβών εντόμων και ενέχουν κίνδυνο πυρκαγιάς. Η αφαίρεση των φύλλων αυτών γίνεται με τομές από κάτω προς τα πάνω, για την αποφυγή τραβήγματος των ινών από τον κορμό του φοίνικα.

Οι φοίνικες που έχουν προσβληθεί από το ρυγχοφόρο κόκκινο σκαθάρι (rhynchophorus ferrunginens) παρουσιάζουν πτώση στα φύλλα τους. Απαιτείται κλάδεμα και απομάκρυνση των φύλλων που έχουν προσβληθεί τους και να γίνουν όλες οι απαραίτητες εργασίες για την απομάκρυνση της περιοχής που έχει προσβολές εντός του κορμού «δενδροχειρουργείο» από το Ρυγχοφόρο κόκκινο σκαθάρι. Η προστασία της τομής εντός του κορμού γίνεται με εντομοκτόνα, μυκητοκτόνα κ.λπ.

Κλάδεμα πλατάνων

Σε περίπτωση πλατάνων εφαρμοστέα τυγχάνει η κυα 4757/123205/25.4.2023 (ΦΕΚ Β’ 2842/27.4.2023) «Μέτρα για τον περιορισμό και την εξάλειψη του επιβλαβούς οργανισμού καραντίνας Ceratocystis platani που προκαλεί την ασθένεια του μεταχρωματικού έλκους του πλατάνου (Platanus spp.)», δυνάμει της οποίας (άρθ. 3 §§ 2β’, 6, 9-10) τα μέτρα προστασίας από την ασθένεια του μεταχρωματικού έλκους του πλατάνου (απολύμανση μηχανημάτων, απομάκρυνση και άμεση καταστροφή των προσβεβλημένων προϊόντων κλάδευσης και υλοτομίας κ.ά.) λαμβάνονται καθολικά στη χώρα, ανεξάρτητα αν σε συγκεκριμένη περιοχή έχει εμφανισθεί κρούσμα της ασθένειας ή όχι. Εφαρμόζονται δε τα μέτρα υποχρεωτικά και απαρέγκλιτα ακόμα και σε περίπτωση μεμονωμένων φυτών πλατάνου εντός σχεδίων πόλεων ή οικισμών.

Οι σχετικές επεμβάσεις γίνονται με ευθύνη της δημοτικής αρχής υπό την εποπτεία της αρμόδιας δασικής υπηρεσίας. Για την υλοποίηση της ΚΥΑ ως αρμόδιες αρχές ορίζονται (άρθ. 4) οι Διευθύνσεις Δασών άνευ Δασαρχείων, οι δε δασικές αρχές συνεπικουρούνται στα καθήκοντα αυτά από τους ΟΤΑ που υποχρεούνται να παρέχουν σχετικές πληροφορίες και στοιχεία ελέγχου (άρθ. 5β’).

Η Διεύθυνση Προστασίας Φυτικής Παραγωγής της Γενικής Δ/νσης Γεωργίας του ΥΠΑΑΤ σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Προστασίας Δασών της Γενικής Δ/νσης Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος του ΥΠΕΝ και τα αρμόδια εργαστήρια συντάσσουν ετήσιο πρόγραμμα επίσημων επισκοπήσεων (surveys), η δε Δ/νση Προστασίας Δασών είναι υπεύθυνη για τη διαδικασία σύνταξης του εθνικού σχεδίου δράσης για την εν λόγω ασθένεια, που αναπροσαρμόζεται ανά πενταετία.

Ορισμένα δασαρχεία εκδίδουν και Δασικές Αστυνομικές Διατάξεις που ισχύουν αυτοτελώς στην περιφέρεια της αρμοδιότητάς τους για την προστασία των πλατάνων από το μεταχρωματικό έλκος. Σε περίπτωση Δ/νσεων Δασών άνευ Δασαρχείων στους παραβάτες των διατάξεων της ΚΥΑ επιβάλλονται οι προβλεπόμενες από το άρθρο 6 § 12 αυτής ποινικές και διοικητικές κυρώσεις.

Επιμέτρηση εργασιών

Οι εργασίες διαμόρφωσης κόμης, ανανέωσης κόμης και κοπής επιμετρώνται σε τεμάχια, ανάλογα με το μέγεθος των φυτών και περιλαμβάνουν: α) Το προσωπικό, τον εξοπλισμό, τα υλικά, τα μέσα και τα εργαλεία που απαιτούνται για την εκτέλεση των εργασιών. β) Την επάλειψη των τομών (αν προβλέπεται). γ) Την περισυλλογή των προϊόντων κοπής, τον τεμαχισμό αυτών, τη φόρτωση επί αυτοκινήτου και τη μεταφορά τους σε οποιαδήποτε απόσταση, σε θέσεις απόρριψης της εγκρίσεως των αρμοδίων αρχών. δ) Τον πλήρη καθαρισμό του χώρου εκτέλεσης των εργασιών. ε) Τη λήψη των τυχόν διορθωτικών μέτρων (εργασία και υλικά), εάν διαπιστωθούν μη συμμορφώσεις κατά τους ελέγχους.

Υγεία και ασφάλεια των εργαζομένων

Κατά την εκτέλεση των εργασιών κλαδέματος τηρούνται οι κείμενες διατάξεις περί Μέτρων Ασφαλείας και Υγείας Εργαζομένων, οι δε εργαζόμενοι πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με τα κατά περίπτωση απαιτούμενα Μέσα Ατομικής Προστασίας (ΜΑΠ). Τηρούνται επίσης αυστηρά τα καθοριζόμενα στα εγκεκριμένα ΣΑΥ/ΦΑΥ του Έργου, σύμφωνα με τις Υπουργικές Αποφάσεις ΓΓ∆Ε/∆ΙΠΑ∆/οικ/889 (ΦΕΚ Β’ 16/14.1.2003) και ΓΓ∆Ε/∆ΙΠΑ∆/οικ/177 (ΦΕΚ Β’ 266/14.1.2001). Οι αναφορές εξειδικευμένων απαιτήσεων ανά συγκεκριμένη εργασία είναι ενδεικτικές.

Ο εξοπλισμός ασφαλεία αποτελείται από στολή εργασίας (σακάκι, παντελόνι ή φόρμα), κράνος, ωτοασπίδες, γάντια, επιγονατίδες, μπότες και ζώνη. Τα παραπάνω είδη ακολουθούν τις προδιαγραφές του Ελληνικού Ινστιτούτου Υγιεινής και Ασφάλειας της Εργασίας (ΕΛΙΝΥΑΕ).

Είναι υποχρεωτική η συμμόρφωση προς την οδηγία 92/57/ΕΕ για τις ελάχιστες απαιτήσεις υγείας και ασφάλειας προσωρινών και κινητών εργοταξίων (όπως ενσωματώθηκε στην Ελληνική Νομοθεσία με το πδ/γμα 305/1996).

Το κλάδεμα δένδρων είναι μία από τις πλέον επικίνδυνες εργασίες συντήρησης πρασίνου. Η επιλογή του κατάλληλου εξοπλισμού και η σωστή χρησιμοποίησή του ελαχιστοποιεί τον κίνδυνο τραυματισμού του τεχνίτη κλαδέματος.

Τα ενδεδειγμένα μέτρα ασφαλείας κατά τις εργασίες κλαδέματος είναι τα ακόλουθα:

Οι εργαζόμενοι που συμμετέχουν έμμεσα σε χειρωνακτικές διαδικασίες εδάφους (καθαρισμός, απομάκρυνση κλαδιών κ.λπ.) βρίσκονται σε απόσταση δύο (2) τουλάχιστον μηκών του ύψους των δέντρων που κλαδεύονται, εκτός αν είναι απαραίτητη η αφαίρεση μεγάλων κορμών που θα εκτελείται από ομάδα εργαζομένων.

Πριν αρχίσει οποιαδήποτε εργασία κλαδέματος, ο χειριστής του αλυσοπρίονου ή/και ο επικεφαλής της ομάδας κλαδέματος εξετάζουν προσεκτικά τα χαλαρά άκρα, τα χοντρά κομμάτια ή άλλο υπερυψωμένο υλικό, επιθεωρούν την περιοχή εκτέλεσης των έργων και εντοπίζουν τυχόν εμπόδια.

Ο επικεφαλής καθορίζει τον αριθμό εργαζομένων που είναι απαραίτητοι για τις διαδικασίες κοπής και τα καθήκοντα εκάστου. Οι εργαζόμενοι κατανέμονται στον χώρο εργασίας ανάλογα με τα καθήκοντά τους και οργανώνονται, ούτως ώστε οι ενέργειες του ενός να μην δημιουργούν κινδύνους για άλλον εργαζόμενο.

Οι εργαζόμενοι που επανέρχονται στην περιοχή εργασίας δεν πλησιάζουν πριν τους αντιληφθεί ο χειριστής αλυσοπρίονου. Ο χειριστής αλυσοπρίονου είναι δεμένος με ζώνη από ένα ή δύο σταθερά σημεία. Η ζώνη αποσυνδέεται εύκολα για τη γρήγορη απομάκρυνσή του σε περίπτωση κινδύνου.

Μόλις ολοκληρωθεί η πίσω τομή, ο χειριστής μετακινείται αμέσως σε ασφαλή απόσταση μακριά από το δέντρο ή τον κορμό, μέσω της προγραμματισμένης διαδρομής. Πριν την αναρρίχηση γίνεται οπτική αξιολόγηση κινδύνου. Εξετάζεται αν τα κλαδιά του δένδρου μπορούν να συγκρατήσουν τον εργαζόμενο.

Εξετάζεται αν στη ζώνη εκτέλεσης εργασιών διέρχονται ηλεκτροφόρα καλώδια και ανάλογα σχεδιάζεται το κλάδεμα, ούτως ώστε ο εργαζόμενος, τα εργαλεία κλαδέματος και τα κομμένα κλαδιά να μην έρχονται σε επαφή με τα καλώδια. Αν υπάρχει κίνδυνος ηλεκτροπληξίας χρησιμοποιούνται εργαλεία χειρός με μόνωση. Απαγορεύεται το κλάδεμα δέντρων που έρχονται σε επαφή ή είναι επικίνδυνα κοντά σε ηλεκτροφόρα σύρματα, χωρίς την παρουσία τεχνικού της ∆ΕΗ.

Ανυψωτικά μηχανήματα

Όταν η αναρρίχηση στο δένδρο κρίνεται επικίνδυνη χρησιμοποιείται ανυψωτικό μηχάνημα. Το ανυψωτικό μηχάνημα χρησιμοποιείται για να ανυψώσει τον κλαδούχο στη θέση εργασίας στο δέντρο ή να στηρίξει τον κλαδούχο κατά τη διάρκεια του κλαδέματος.

Ο χειριστής του ανυψωτικού μηχανήματος και ο επικεφαλής της ομάδας εργασίας εξετάζουν και αποφασίζουν από κοινού την όλη διαδικασία κίνησης του μηχανήματος για την ασφαλή εκτέλεση των εργασιών. Το καδοφόρο στηρίζεται σε σταθερή επιφάνεια και διατηρείται σε θέση οριζόντια με τη βοήθεια πελμάτων σταθεροποίησης. Εφιστάται η προσοχή στη μη υπερφόρτωση του βραχίονα ανύψωσης του μηχανήματος.

Οι εργαζόμενοι πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με κράνος, προστατευτικά υποδήματα και φόρμα εργασίας.

Συναφείς διατάξεις

Διατάξεις σχετικές με τη διαδικασία και την υλοποίηση κλαδεύσεων δέντρων περιέχουν και τα ακόλουθα νομοθετήματα:

ν. 4876/2021 (ΦΕΚ Α’ 251/23.12.2021) «Ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορωνοϊού και άλλες επείγουσες διατάξεις» (άρθ. 71: εργασίες κλαδεμάτων και υλοτομίας δασικών δένδρων από τη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ).

ν. 5069/2023 (ΦΕΚ Α’ 193/28.11.2023) «Όροι δόμησης, κατασκευής, επιτρεπόμενες χρήσεις γης για κέντρα δεδομένων, χωροταξικές και πολεοδομικές ρυθμίσεις, αξιοποίηση πόρων Πράσινου Ταμείου, λοιπές περιβαλλοντικές και ενεργειακές διατάξεις και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις» (άρθ. 53: Εργασίες κλαδεμάτων και υλοτομίας δασικών δένδρων από τον ΔΕΔΔΗΕ, τροποποίηση άρθ. 71 ν. 4876/2021).

πδ/γμα 437/1981 (ΦΕΚ Α’ 120/5.5.1981) «Περί μελέτης και εκτελέσεως δασοτεχνικών έργων» (άρθ. 9: εκτέλεση δασοτεχνικών έργων δι’ αυτεπιστασίας).

ΥΑ ΥΠΕΝ/ΔΔΑ/119776/2429/2021 (ΦΕΚ B’ 5888/15.12.2021) «Δομή και ελάχιστο περιεχόμενο του Κανονισμού Καθαριότητας των ΟΤΑ Α’ βαθμού».

Εγκύκλιος ΥΠΕΝ 136953/5132/14.10.2013 (ΑΔΑ: ΒΛΛ10-7ΙΓ) «Εφαρμογή νομοθεσίας παράνομης υλοτομίας και μεταφοράς δασικών προϊόντων - Παράνομης κλαδονομής - Παράβασης δασικών αστυνομικών διατάξεων».

 * Η Σοφία Παυλάκη είναι Δικηγόρος M.Sc. Δασική & Περιβαλλοντική πολιτική, υπ. Δρ. Παν/μίου Αιγαίου, μέλος Επιστ. Συμβουλίου Επιμελητηρίου Περιβάλλοντος & Βιωσιμότητας

 

 


Σχόλια