Η Συνταγματική Αναθεώρηση ως ευκαιρία για την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης

Του Ελευθέριου Τρανάκου, Δικηγόρου

Ενόψει της συζήτησης που έχει ανοιχθεί στο πλαίσιο της επικείμενης συνταγματικής αναθεώρησης, αναδεικνύεται μεταξύ άλλων η ευκαιρία για τη λήψη θεσμικών και ουσιαστικών παρεμβάσεων από τον συντακτικό νομοθέτη, με σκοπό την ενίσχυση της οικονομικής και λειτουργικής αυτοτέλειας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την αναβάθμιση του ρόλου της στο σύγχρονο δημοκρατικό και αναπτυξιακό γίγνεσθαι. 

Χαρακτηριστικά, μία από τις πλέον επίμονες και βαθιά ριζωμένες παθογένειες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης αποτελεί η χρόνια υποχρηματοδότηση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, η οποία περιορίζει την αποτελεσματικότητά της και υπονομεύει τη θέση της στο πεδίο της ουσιαστικής δημοκρατικής διακυβέρνησης και της τοπικής ανάπτυξης.

Οι Δήμοι και οι Περιφέρειες λαμβάνουν διαχρονικά ένα ελάχιστο μέρος του Κρατικού Προϋπολογισμού —περίπου μόλις το 2,5% - 8%—, ποσοστό που αποτυπώνει ένα εξαιρετικά περιορισμένο εύρος πόρων σε σχέση με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες που της έχουν ανατεθεί. Πρόκειται για ένα ποσοστό ιδιαίτερα χαμηλό, ιδίως σε σχέση με όσα ισχύουν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η Αυτοδιοίκηση αποτελεί κεντρικό πυλώνα της δημόσιας διακυβέρνησης και απολαμβάνει σημαντική οικονομική υποστήριξη. Η ελληνική πραγματικότητα, επομένως, δεν αντανακλά τον καθοριστικό ρόλο που καλούνται να επιτελέσουν οι Δήμοι και οι Περιφέρειες, ούτε τις αυξανόμενες κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζουν σε καθημερινή βάση.

Η υφιστάμενη κατάσταση τυγχάνει ασύμβατη με τις σύγχρονες κοινωνικοοικονομικές και πολιτικές συνθήκες. Η τοπική αυτοδιοίκηση βρίσκεται σήμερα στην πρώτη γραμμή αντιμετώπισης και διαχείρισης κρίσιμων ζητημάτων: από τις φυσικές καταστροφές και την κλιματική προσαρμογή, έως την κοινωνική προστασία, την τοπική ανάπτυξη και την παροχή βασικών υπηρεσιών προς τους πολίτες. Παρ’ όλα αυτά, οι αρμόδιοι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης καλούνται να παράσχουν τις υπηρεσίες τους εντός των πτυχών ενός υπερσυγκεντρωτικού κρατικού μηχανισμού, ο οποίος έχει αποδειχθεί, διαχρονικά, αναποτελεσματικός και μη λειτουργικός, καθώς περιορίζει την αποδοτικότητα των σχετικών φορέων και θεσμών, απομακρύνοντας τη λήψη αποφάσεων από το επίπεδο όπου πραγματικά αναδύονταιοι ανάγκες και τα προβλήματα των πολιτών.

Σε αντίθεση με όσα συμβαίνουν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, όπου οι τοπικοί φορείς και οργανισμοί επικουρούνται οικονομικά και θεσμικά ώστε να έχουν ενεργό και κεντρικό ρόλο στη διακυβέρνηση, η ελληνική αυτοδιοίκηση παραμένει εγκλωβισμένη σε ένα στενό χρηματοδοτικό πλαίσιο που δεν της επιτρέπει να αξιοποιήσει πλήρως τις δυνατότητές της. Η υποχρηματοδότηση υπονομεύει την αποτελεσματικότητα, περιορίζει την ικανότητα σχεδιασμού και τελικά πλήττει τους ίδιους τους πολίτες.

Η συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί μια καίρια και ιστορική ευκαιρία για την ενίσχυση του ρόλου της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, για τη διασφάλιση της επαρκούς και σταθερής οικονομικής της ενίσχυσης, για την ουσιαστική προώθηση της αποκέντρωσης της εξουσίας, καθώς και για την θωράκιση της αποτελεσματικής άσκησης των δημόσιων πολιτικών σε επίπεδο τοπικών υποθέσεων.

Υπό αυτές τις συνθήκες, ο συντακτικός νομοθέτης καλείται να αξιοποιήσει τη συγκυρία και να προχωρήσει σε θεσμικές τομές που θα ενισχύσουν την οικονομική και διοικητική αυτοτέλεια των δήμων και των περιφερειών, θα εξασφαλίσουν την ικανότητά τους να ανταποκρίνονται στα σύνθετα ζητήματα της σύγχρονης εποχής και θα αναβαθμίσουν την Αυτοδιοίκηση σε καίριο θεσμό παραγωγικής διακυβέρνησης, ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής. Η μεταρρύθμιση αυτή δεν αποτελεί απλώς επιλογή, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για ένα σύγχρονο, αποτελεσματικό και εγγύς στον πολίτη κράτος.

* Ο Ελευθέριος Τρανάκος είναι Δικηγόρος, M.Sc., Υπ. Διδάκτορας Δημοσίου Δικαίου,  Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Σχόλια