Εγγυοδοσία : Συγκριτική Ανάλυση Ελληνικού, Κυπριακού και Γερμανικού Δικαίου (Άρθρο 169 ΚΠολΔ, Μέρος 26 ΚΠΔ & Άρθρο 110 ZPO)

Του Γιώργου Καζολέα, Δικηγόρου

Η Ασφάλεια Εξόδων ή Εγγυοδοσία (Security for Costs / Prozesskostensicherheit) αποτελεί δικονομικό θεσμό που στοχεύει στην προστασία του εναγομένου. Ο βασικός σκοπός είναι να διασφαλιστεί ότι, εάν ο ενάγων ηττηθεί στη δίκη και καταδικαστεί στα έξοδα, ο εναγόμενος θα μπορέσει να εισπράξει τα δικαστικά του έξοδα χωρίς να χρειαστεί να εμπλακεί σε χρονοβόρες και δαπανηρές διαδικασίες εκτέλεσης σε αλλοδαπές δικαιοδοσίες ή απέναντι σε αφερέγγυους διαδίκους.


Το παρόν άρθρο συγκρίνει την προσέγγιση της Κύπρου (Κοινοδίκαιο), της Ελλάδας και της Γερμανίας (Ηπειρωτικό Δίκαιο), αναδεικνύοντας τις διαφορές στη φιλοσοφία και την εφαρμογή.

1. Κυπριακό Δίκαιο: Η Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου (Μέρος 26 ΚΠΔ)

Με την εισαγωγή των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, το ζήτημα της ασφάλειας εξόδων διέπεται από το Μέρος 26, το οποίο αντικατέστησε και ουσιαστικά επαναλαμβάνει τη Διαταγή 60 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.

Στην κυπριακή έννομη τάξη, η έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων δεν είναι υποχρεωτική αλλά εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο  πρέπει να ισορροπήσει δύο ανταγωνιστικά δικαιώματα:

Αφενός το δικαίωμα του εναγομένου να διασφαλιστεί έναντι αβάσιμων αγωγών από διαδίκους που δεν μπορούν να πληρώσουν έξοδα και αφετέρου το συνταγματικό δικαίωμα του ενάγοντα για πρόσβαση στη δικαιοσύνη, ώστε το διάταγμα να μην λειτουργεί ως φραγμός του δικαιώματος.

Προϋποθέσεις

Για να εκδώσει το Δικαστήριο τη διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων, θα πρέπει ο ενάγων (και, σε σχέση με ανταπαίτηση η οποία δεν είναι μόνο υπό μορφή συμψηφισμού, εναγόμενος), να έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Κράτους-Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Ρητώς προνοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων.

Αν διαφανεί ότι πρόσωπο, το οποίο ενάγει, δεν είναι ο πραγματικός ενάγων, αλλά ενάγει μόνο ως κατ’ όνομα ενάγων προς όφελος κάποιου άλλου προσώπου, τότε δύναται να ζητηθεί από το πρόσωπο αυτό σε οποιοδήποτε στάδιο της απαίτησης να παράσχει ασφάλεια εξόδων λόγω αφερεγγυότητας ή ανέχειας.

Όταν το δικαστήριο διατάζει την παροχή ασφάλειας εξόδων, δύναται να αναστείλει τη διαδικασία μέχρις ότου παρασχεθεί η ασφάλεια εξόδων και στην περίπτωση που δεν παρασχεθεί η ασφάλεια εντός του καθορισθέντος χρόνου, το δικαστήριο δύναται να απορρίψει την απαίτηση.

Είναι σημαντικό να διευκρινισθεί ότι το ζήτημα παροχής ασφάλειας εξόδων από διάδικο o οποίος είναι εταιρεία, ρυθμίζεται ειδικά από το Άρθρο 382 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.[1] Εν προκειμένω διασπάται ο κανόνας του αλλοδαπού ενάγοντα και κυπριακή εταιρεία δύναται να διαταχθεί να παράσχει ασφάλεια εξόδων.

Σημεία-κλειδιά από την κυπριακή νομολογία

Από τη διαμορφωθείσα νομολογία στην προϋφιστάμενη Διαταγή 60 των Θεσμών Πολ.Δικονομίας παρέχονται οι βασικές αρχές που το Δικαστήριο εφαρμόζει κατά την εξέταση αιτήσεων παροχής ασφάλειας εξόδων. Το Δικαστήριο εν προκειμένω σταθμίζει την ανάγκη προστασίας του αιτητή να καλύψει μελλοντικά έξοδα έναντι του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη του αντιδίκου. Η νομολογία επαναλαμβάνει ότι όπου η διαταγή ασφάλειας οδηγεί σε ουσιαστική στέρηση πρόσβασης στο Δικαστήριο, αυτό αποτελεί σοβαρό αρνητικό στοιχείο για την έκδοση του διατάγματος.

Συγκεκριμένα οι παράγοντες που λαμβάνονται κυρίως υπόψη είναι: 

α) κατά πόσο ο ενάγων κατέχει περιουσία στην Κύπρο με ιδιαίτερη έμφαση στην  ακίνητη, 

β) η ισχύς της υπόθεσης του ενάγοντα, 

γ) η οικονομική ευχέρεια του ενάγοντα, 

δ) ο χρόνος κατά τον οποίο υποβάλλεται το αίτημα και κατά πόσο υπάρχουν άλλοι ενισχυτικοί παράγοντες που συνηγορούν υπέρ της έγκρισης του αιτήματος,  

ε) κατά πόσο θα ήταν δυσχερής η ανάκτηση εξόδων στην δικαιοδοσία που βρίσκεται ο ενάγοντας.[2]

Μετά την εισαγωγή των νέων Κανονισμών το 2023, το Εφετείο έχει διευκρινίσει ότι δεν απαιτούνται «ειδικές περιστάσεις» που απαιτούσε η παλιά Διαταγή 35 Θ.2 στις Εφέσεις προκειμένου να εκδοθεί διάταγμα ασφάλειας , δηλαδή το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει ασφάλεια με ευρύτερη βάση αξιολόγησης των περιστάσεων της υπόθεσης.[3] Τη δυνατότητα δε καταχώρησης σχετικής αίτησης στο πλαίσιο έφεσης στη βάση του Μέρους 26 των νέων Κανονισμών έχει ρητά αναγνωρίσει το Εφετείο.[4]

Τέλος, πρόσθετο στοιχείο που λαμβάνεται υπόψη είναι και ο χρόνος υποβολής της αίτησης για παροχή ασφάλειας εξόδων. Η καθυστέρηση του διαδίκου να αποταθεί εγκαίρως για ασφάλεια εξόδων, σε συσχετισμό με άλλους ενισχυτικούς παράγοντες, δεν αποκλείεται να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απόρριψη του αιτήματος, καθώς θεωρείται ότι ο εναγόμενος αποδέχθηκε τον κίνδυνο. [5]

2.Ελληνικό Δίκαιο: Κριτήριο η προφανής οικονομική αδυναμία του ενάγοντος

Σύμφωνα με το άρθρο 169 ΚΠολΔ, το Δικαστήριο, ύστερα από αίτηση του εναγόμενου ή του διαδίκου εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, μπορεί να υποχρεώσει σε εγγυοδοσία τον ενάγοντα, ή το διάδικο που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο, για τα έξοδα της διαδικασίας που γίνεται στο ίδιο Δικαστήριο, αν αυτό κρίνει ότι υπάρχει προφανής κίνδυνος αδυναμίας να εκτελεσθεί η ενδεχόμενη καταδίκη του διαδίκου αυτού στη δικαστική δαπάνη του αντιδίκου του.

Σκοπός της διάταξης είναι να προστατεύσει τον εναγόμενο από τον κίνδυνο να μην μπορεί να εισπράξει τα δικαστικά του έξοδα σε περίπτωση που κερδίσει τη δίκη, αν ο ενάγων είναι αφερέγγυος.

Εξαιρέσεις

Το Άρθρο 170 ΚΠολΔ ρητώς εισάγει τις παρακάτω εξαιρέσεις από την καταβολή εγγυοδοσίας κατά το άρθρο 169 ΚΠολΔ:

1) αν ο ενάγων ή ο διάδικος που άσκησε κύρια παρέμβαση ή ένδικο μέσο έχει το ευεργέτημα της πενίας,

2) σε περίπτωση ανταγωγής,

3) στις γαμικές διαφορές, στις διαφορές που αναφέρονται στις σχέσεις γονέων και τέκνων και γενικά στις μη περιουσιακές διαφορές ,

4) στις διαφορές διατροφής,

5) στις διαφορές από συναλλαγματικές ή άλλους τίτλους εις διαταγήν,

6) στις εργατικές διαφορές και στις διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας.

Σύμφωνα με το άρθρο 171 ΚΠολΔ, ο εναγόμενος ή ο διάδικος εναντίον του οποίου ασκήθηκε κύρια παρέμβαση δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει στην αγωγή ή στην κύρια παρέμβαση ώσπου να κατατεθεί η εγγύηση που διατάχθηκε. Το δικαστήριο δεν προχωρεί στη συζήτηση του ένδικου μέσου, ώσπου να κατατεθεί η εγγύηση που διέταξε σχετικά με το ένδικο αυτό μέσο και κατά το άρθρο 172 ΚΠολΔ, αν η προθεσμία που ορίστηκε για την εγγυοδοσία περάσει άπρακτη, το δικαστήριο, ύστερα από αίτηση εκείνου που είχε ζητήσει την εγγύηση, αποφασίζει ότι ανακλήθηκε η αγωγή ή η κύρια παρέμβαση ή το ένδικο μέσο.

Σημεία-Κλειδιά από την Ελληνική Νομολογία

Όπως έχει κριθεί νομολογιακά, κριτήριο της υποχρέωσης εγγυοδοσίας είναι η προφανής οικονομική αδυναμία του επιτιθέμενου διαδίκου, ανεξάρτητα από τις πιθανότητες ουσιαστικής κρίσης της διαφοράς υπέρ του ενός ή του άλλου διάδικου μέρους. Ο σχετικός κίνδυνος πρέπει να είναι προφανής και τούτο ισχύει, λόγου χάρη, όταν ο επιτιθέμενος διάδικος στερείται εμφανούς περιουσίας, είναι άγνωστης διαμονής, αναξιόχρεος λόγω πολλαπλών χρεών έναντι τρίτων ή και του ίδιου του διαδίκου και ήδη αιτούντος και εν γένει αφερέγγυος.[6]

Ως προς το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων της ένστασης, φέρει ο εναγόμενος, ο καθ’ ου η κύρια παρέμβαση ή εκείνος κατά του οποίου ασκείται το ένδικο μέσο και η ένσταση είναι βάσιμη μόνο αν αποδειχθεί πλήρως, χωρίς να αρκεί απλή πιθανολόγηση. [7]

2. Γερμανικό Δίκαιο: Ο Κανόνας της Υποχρεωτικότητας (άρθρο 110 ZPO)

Στη Γερμανία, η προσέγγιση είναι πιο τυπολατρική και λιγότερο βασισμένη στη διακριτική ευχέρεια, αν και υπάρχουν σημαντικές εξαιρέσεις. Το σχετικό νομικό πλαίσιο εντοπίζεται στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (Zivilprozessordnung - ZPO).

Το Άρθρο 110 παρ. 1 ZPO ορίζει ότι: «Οι ενάγοντες που δεν έχουν τη συνήθη διαμονή τους σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε συμβαλλόμενο κράτος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, οφείλουν, κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, να παράσχουν εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα».

Εδώ παρατηρούμε ότι η υποχρέωση συνδέεται άμεσα με την αλλοδαπή κατοικία εκτός ΕΕ, και όχι απαραίτητα με την οικονομική κατάσταση του ενάγοντος. Πρόκειται για την λεγόμενη «εγγυοδοσία αλλοδαπού» (Ausländersicherheit).

Εξαιρέσεις (§ 110 παρ. 2 ZPO)

Η υποχρέωση αυτή αίρεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις:

1.Οταν η ασφάλεια δεν μπορεί να απαιτηθεί βάσει διεθνών συνθηκών

2. Εάν η απόφαση για την επιστροφή των δικαστικών εξόδων στον εναγόμενο εκτελέστηκε βάσει διεθνών συνθηκών

3. Εάν ο ενάγων κατέχει επαρκή ακίνητη περιουσία ή εξασφαλισμένες απαιτήσεις στη χώρα για την κάλυψη των εξόδων της διαδικασίας

4. Σε περίπτωση ανταγωγών

5. Σε υποθέσεις που εισάγονται κατόπιν δημόσιου αιτήματος.

Το δικαστήριο δεν επιβάλλει αυτεπαγγέλτως την εγγύηση, αλλά πρέπει να γίνει αίτηση από τον αντίδικο (εναγόμενο). Η αίτηση παροχής ασφάλειας πρέπει να γίνει το αργότερο πριν από την έναρξη συζήτησης επί της ουσίας της αγωγής.

Για την αστική διαδικασία στη Γερμανία πρακτικά αυτό σημαίνει μέχρι την πρώτη δικάσιμο όπου συζητείται η ουσία της αγωγής ή εάν υπάρχει “προδικαστική” συζήτηση, μέχρι την έναρξη της πρώτης ουσιαστικής συζήτησης.

Ο χρόνος υποβολής της αίτησης είναι και εδώ κρίσιμος. Ο εναγόμενος χάνει το δικαίωμα να ζητήσει εγγύηση αν δεν υποβάλει αίτηση εγκαίρως.

Σημεία-κλειδιά από τη γερμανική νομολογία και η «παρέμβαση» του ΔΕΕ

Λόγω της αυστηρής ρύθμισης του άρθρου 110 ZPO, η νομολογία των γερμανικών δικαστηρίων αλλά και του ΔΕΕ διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στον περιορισμό του εύρους εφαρμογής της.

Το ΔΕΕ κατ’ αρχήν έκρινε ότι εθνικές διατάξεις (όπως εν προκειμένω το § 110 ZPO) που επιβάλλουν ασφάλεια εξόδων αποκλειστικά λόγω ιθαγένειας ή κατοικίας σε άλλο κράτος μέλος, παραβιάζουν την αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων. Αυτό οδήγησε στην τροποποίηση της διάταξης και ισχύ της πλέον στην σημερινή μορφή ώστε να εξαιρούνται οι κάτοικοι ΕΕ/ΕΟΧ.[8]

Κατά τη νομολογία των Γερμανικών Δικαστηρίων, η φιλοσοφία του §110 ZPO είναι κυρίως προληπτική, αποσκοπούσα στην προστασία του εναγομένου έναντι του κινδύνου μη-είσπραξης του κόστους των δικαστικών εξόδων από έναν αλλοδαπό ενάγοντα. Η διάταξη εφαρμόζεται αυστηρά σε αγωγές προερχόμενες από μη ευρωπαίους και ως προς τη μορφή ασφάλειας ζητείται συνήθως εγγύηση τράπεζας ή κατάθεση.

Το Γερμανικό Ομοσπονδιακό Δικαστήριο (Bundesgerichtshof, BGH) έχει εκδώσει αποφάσεις που αντιμετωπίζουν λεπτομερώς την εφαρμογή του §110 ΖΡΟ, ιδίως σε σχέση με το Brexit (π.χ. αποφάσεις του 2021 και 2022 που ξεκαθαρίζουν ότι μετά το τέλος της μεταβατικής περιόδου πολίτες/κάτοικοι του Ηνωμένου Βασιλείου μπορούν να θεωρηθούν «ξένοι» κατά την έννοια του §110 ΖΡΟ και επομένως υπόκεινται στην υποχρέωση καταβολή ασφάλειας εξόδων). 

Οι αποφάσεις αυτές επιβεβαιώνουν την ευρεία εφαρμογή της διάταξης και την περιορισμένη δυνατότητα απαλλαγής αλλά παράλληλα τονίζουν και τον καθοριστικό ρόλο των διεθνών συνθηκών που λειτουργούν ως εξαίρεση εφαρμογής του βασικού κανόνα (αρ.110 παρ.2 ΖΡΟ). [9]

Ανατρέχοντας σε ενδεικτική νομολογία, σε απόφαση του το BGH επιβεβαίωσε ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα σύμφωνα με τα άρθρα 110 επ. του Γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ZPO) από εταιρεία που διατηρεί την διοικητική της έδρα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε συμβαλλόμενο κράτος της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο. [10]

Επίσης, τη γερμανική νομολογία έχει απασχολήσει το ζήτημα υπό ποιες προϋποθέσεις τα άρθρα 110 επ. του Γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ZPO) εφαρμόζονται κατ' αναλογία σε άλλα είδη διαδικασιών βάσει του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εκτός από τις αγωγές. Σύμφωνα με μια άποψη, οι διατάξεις για την ασφάλεια εξόδων δεν εφαρμόζονται σε αιτήματα νομικής προστασίας που δεν απαιτούν τη μορφή αγωγής [11]. Σύμφωνα με άλλη άποψη, εξαρτάται από το αν τα μέρη βρίσκονται στην ίδια θέση με τον ενάγοντα και τον εναγόμενο και αν ο σκοπός της διαδικασίας συνηγορεί υπέρ ή κατά μιας ανάλογης εφαρμογής των διατάξεων. [12]

Το Ομοσπονδιακό Δικαστήριο έχει πάρει θέση στο ζήτημα σε υπόθεση εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης, αναφέροντας ότι εάν ο εναγόμενος σε αυτή τη διαδικασία (εκτέλεση διαιτητικής απόφασης) υποβάλει ανταίτηση για την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, τα άρθρα 110 επ. του Γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ZPO) δεν εφαρμόζονται αναλόγως. 

Αυτό προκύπτει από την τυποποιημένη εξέταση των ρόλων των διαδίκων που διέπουν αυτές τις διατάξεις. Σύμφωνα με το άρθρο 110 παράγραφος 1 του Γερμανικού Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ZPO), μόνο ο ενάγων, ως ενάγων, υποχρεούται να παράσχει εγγύηση για τα δικαστικά έξοδα, εφόσον πληρούνται οι άλλες προϋποθέσεις και η ανταγωγή του εναγομένου δεν δημιουργεί τέτοια υποχρέωση βάσει του άρθρου 110 παράγραφος 2 αρ. 4 του ZPO.[13]

Τέλος ως προς την εξαίρεση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 110 ΖΡΟ, το BGH έκρινε ότι η ύπαρξη περιουσίας στη Γερμανία απαλλάσσει από την ασφάλεια μόνο αν επαρκεί για την κάλυψη των πιθανών εξόδων της δικαστικής διαδικασίας. Η δε περιουσία που θα ληφθεί υπόψη είναι η ρευστοποιήσιμη και εκτελεστή περιουσία, όχι απλώς η θεωρητική αξία της.[14]

Συμπέρασμα

Η σύγκριση των τριών εννόμων τάξεων, Κυπριακής , Ελληνικής και Γερμανικής πάνω στο θέμα της ασφάλειας εξόδων αναδεικνύει επιμέρους διαφορές κυρίως ως προς τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να εφαρμόσει την καταβολή εγγυοδοσίας.

Η θεμελιώδης αφετηρία στη ρύθμιση και των τριών συστημάτων, που είναι ο προσανατολισμός στην προστασία του εναγομένου, είναι παρόμοια, ωστόσο οι Κανονισμοί της Κύπρου δίνουν ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο και προβλέπουν ρητές εξαιρέσεις (π.χ. αλλοδαποί εργαζόμενοι χαμηλού εισοδήματος). Αντίστοιχα και στην Ελλάδα η κρίση του Δικαστηρίου επί του αιτήματος σχηματίζεται με ελεύθερη απόδειξη προαποδεικτικά από τα στοιχεία που έχουν τεθεί υπ’ όψιν του ενώ και εδώ προβλέπονται ρητές εξαιρέσεις.

Αντίθετα στη Γερμανία, ο κανόνας του §110 είναι περισσότερο τυποποιημένος και «μηχανιστικός» με αντίκτυπο την περιορισμένη διακριτική ευχέρεια του δικαστή.[15] Η κατοικία/έδρα του Ενάγοντος εκτός Ευρωπαϊκού χώρου ενεργοποιεί την υποχρέωση, με περιορισμένες απαλλαγές και εξαιρέσεις, ενώ και η νομολογία του BGH την εφαρμόζει αυστηρά.

Η διάταξη του άρθρου110 ZPO λειτουργεί αποκλειστικά ως μέτρο εξασφάλισης του εναγομένου έναντι του κινδύνου μη εκτέλεσης της απόφασης περί εξόδων και το BGH απορρίπτει ερμηνείες που συνδέουν το §110 με αξιολόγηση της βασιμότητας της αγωγής, εν προκειμένω η ασφάλεια δεν εξαρτάται από την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής ή καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Αντιθέτως τα κυπριακά δικαστήρια ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια συνδέοντας τη συχνά με την «εύλογη προοπτική» της αγωγής, την ισχύ της υπόθεσης.

Στην Ελλάδα η απόφαση επί της ένστασης καταβολής εγγυοδοσίας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστή. Ο δικαστής θα εξετάσει αν υπάρχει πράγματι "προφανής κίνδυνος" αδυναμίας είσπραξης των εξόδων.

Στη γερμανική ρύθμιση, η υποχρέωση παροχής ασφάλειας ενεργοποιείται αυτομάτως όταν συντρέχουν οι τυπικές προϋποθέσεις της §110, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη στάθμιση συμφερόντων και εξέταση περιστάσεων. Σε αντίθεση με την Κύπρο, όπου γίνεται στάθμιση με το δικαίωμα του ενάγοντος πρόσβασης στη δικαιοσύνη, το δικαίωμα αυτό δεν θεωρείται ότι παραβιάζεται per se από το άρθρο 110 του ΖΡΟ.

Εν κατακλείδι, η νομολογία του BGH αναδεικνύει τη ρύθμιση του 110 ZPO ως αυστηρό, τυποποιημένο μηχανισμό ασφάλειας εξόδων, με περιορισμένο χώρο στάθμισης και έμφαση στη νομική ασφάλεια. Σε αντίθεση με το κυπριακό Μέρος 26 και το ελληνικό 169 ΚΠολΔ, η γερμανική προσέγγιση δεν ενσωματώνει κοινωνικά ή ευέλικτα κριτήρια, αλλά λειτουργεί κυρίως με βάση αντικειμενικά δεδομένα κατοικίας, έδρας και διεθνών δεσμεύσεων.

Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, το Ευρωπαϊκό Δίκαιο έχει λειτουργήσει ως εξισορροπητικός παράγοντας, απαγορεύοντας την επιβολή τέτοιων μέτρων όταν αυτά λειτουργούν ως έμμεση διάκριση κατά πολιτών της ΕΕ.

* Ο Γιώργος Καζολέας είναι Δικηγόρος LL.M. (giorgos.kazoleas@gmail.com) 


[1] Y. Liasides Developers Ltd v Μιχαήλ ΜιχαήλΠολΕφ. 123/2012 ημερ2.6.2017). Το ίδιο και με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 , Yiannoplast Ltd, μέσω του Εκκαθαριστή της Χριστάκη Ιακωβίδη v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Πολ. Έφεση 242/2022, ημερ. 18/09/2023 και Dunnes Stores ν. Γ. Καλλής (Βιομήχανοι) Λτδ, Πολ. Έφεση 427/2019 ημ. 25/10/2024

[2] Alahmari v. Alia Airline (1990) 1 Α.Α.Δ. 434, Continental Insurance Company v. Sac Eugene O´Regan (1996) 1Β Α.Α.Δ. 1087, Studland v. Σωφρονίου (2003) 1 Α.Α.Δ. 1809), Genemp Trading Ltd v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Πολ. Έφ. 271/07/Ημερ.14.7.2011

[3] Στην υπόθεση Yiannoplast Ltd, μέσω του Εκκαθαριστή της Χριστάκη Ιακωβίδη v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Πολ. Έφεση 242/2022, ημερ. 18/09/2023 το Εφετείο είχε την ευκαιρία να αναφερθεί στις γενικές αρχές που εφαρμόζονται σε αιτήσεις ασφάλειας εξόδων, μετά την εφαρμογή των νέων Κανονισμών του 2023. Λέχθηκε ότι  οι παράγοντες που ισχύουν για την άσκηση της κρίσης του Δικαστηρίου δυνάμει του Μέρους 26, δεν έχουν διαφοροποιηθεί ουσιαστικά, εφόσον οι πρόνοιες του Μέρους 26.1 εδάφια (1) και (5) είναι ταυτόσημες με τις πρόνοιες της παλαιάς Δ.60. Εκεί που εντοπίζεται διαφορά είναι στο λεκτικό της παλαιάς Δ.35 θ.2, που προέβλεπε ότι σε διαδικασία έφεσης, ο αιτητής όφειλε, πλην των άλλων προϋποθέσεων, να αποδείξει και την ύπαρξη ειδικών περιστάσεων (special circumstances), προκειμένου να πετύχει την έκδοση διατάγματος για ασφάλεια εξόδων. (Χρίστος Παναγιώτη Ττοφινή, ως Διαχειριστής της Περιουσίας του Παναγιώτη Ττοφινή Μελέκκη ν. Nova Opta Estates Ltd Πολιτική Έφεση αρ. Ε91/2024 /Εφ.Κύπρου 14/4/2025)

[4] Υπόθεση DB TECHNOLOGIES BV & ANAERGIA INC v. MILTIADES NEOPHYTOU ENGINEERING CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD, Εφ.Κύπρου, 18.7.2024 (Πολιτική Έφεση ΑρΕ7/2023), όπου λέχθηκε:  «Αίτηση για ασφάλεια εξόδων, ενώπιον του Εφετείου, διέπεται, πλέον, από τις πρόνοιες του Μέρους 26, προϋπόθεση για εφαρμογή της οποίας είναι ο ενάγων, και στην περίπτωση έφεσης, ο εφεσείων, να έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης ή Κράτους Μέλους αυτής»

[5] Genemp Trading Ltd v. Marfin Popular Bank Public Co. Ltd (2009) 1 Α.Α.Δ. 1658

[6] ΠΠρΠειρ 3173/2022 (protodikeio-peir.gr)

[7] ΑΠ 1269/2019, ΑΠ 1875/2014 (ΤΝΠ ΝΟΜΟS).

[8] Υποθέσεις Data Delecta (C-43/95) («Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚ έχει την έννοια ότι απαγορεύει την εκ μέρους κράτους μέλους επιβολή εγγυοδοσίας για τα δικαστικά έξοδα (cautio judicatum solvi) σε εγκατεστημένο εντός άλλου κράτους μέλους νομικό πρόσωπο, το οποίο έχει ασκήσει, ενώπιον δικαστηρίου του πρώτου κράτους, αγωγή κατά υπηκόων του ή εταιρίας που έχει την έδρα της στο εν λόγω κράτος, εφόσον τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να επιβληθεί στα νομικά πρόσωπα του κράτους αυτού, στην περίπτωση όπου η αγωγή είναι συναφής προς την άσκηση των θεμελιωδών ελευθεριών που εγγυάται το κοινοτικό δίκαιο»). & Hubbard (C-20/92)

[9] Απόφαση ημερ. 27.9.2022, VI ZR 68/21, δημοσίευση: juris.bundesgerichtshof.de

[10] BGH, Απόφαση ημερ. 23.08.2017 – IV ZR 93/17 (δημοσίευση: dejure.org)

[11] Muthorst σε Stein/Jonas, ZPO, 23η έκδ., § 110 παρ. 14 με περαιτέρω παραπομπές

[12] BeckOK.ZPO/Jaspersen, 42η έκδοση, § 110 παρ. 2.

[13] Απόφαση της 23ης Σεπτεμβρίου 2021 - I ZB 21/21 (δημοσίευση: openjur.de)

[14] Απόφαση ημερ. 12.06.2012 – VI ZB 58/11

[15] Zöller/Herget, ZPO, § 110

Σχόλια