Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

ΣτΕ: Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου: Νομική φύση και διοίκηση

Γράφει η Σόφη Παυλάκη, Δικηγόρος, ΜΔ
Πράγματα αφιερωμένα στη δημόσια λατρεία είναι ιερά και εκτός συναλλαγής, η διοίκηση και διαχείριση των οποίων ανήκει κατ΄ αρχήν στην Εκκλησία. Ναι μεν έχει κριθεί δικαιολογημένη η εξαίρεση του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου (ΠΙΙΕΤ) από τις περί
εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και ιερών προσκυνημάτων διατάξεις του ν. 590/1977, εν όψει της ιδιομορφίας του ως ευαγούς εθνικού καθιδρύματος του οποίου ωστόσο η διοίκηση ασκήθηκε επί αιώνα και πλέον υπό την εποπτεία του Κράτους, εν όψει όμως του ότι το Ίδρυμα αυτό έχει από ιδρύσεώς του προεχόντως θρησκευτικούς σκοπούς, σχετιζομένους με τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του Ιερού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (Ευαγγελιστρίας) Τήνου, που αποτελεί ιερό προσκύνημα, ο νομοθέτης ουδόλως κωλύεται να το υπαγάγει, αν το κρίνει σκόπιμο για το κοινό συμφέρον της Εκκλησίας και της Πολιτείας και κατ΄ εκτίμηση των εξελισσομένων αναγκών και περιστάσεων της κοινωνίας, στις περί εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και ιερών προσκυνημάτων διατάξεις και να επιτρέψει την ανάμειξη της Εκκλησίας στα της διοικήσεως και διαχειρίσεώς του. Λόγω της ιδιομορφίας αυτής του ΠΙΙΕΤ, το οποίο εκφράζει το θρησκευτικό συναίσθημα όλου του ελληνικού λαού και έχει αναπτυχθεί σε πολύμορφο οργανισμό ευαγούς Εθνικού Καθιδρύματος, ούτε η διοίκησή του ούτε η συμμετοχή σε αυτήν αποτελούν τοπική υπόθεση κατ΄ άρθρο 102 του Συντάγματος. Η έννοια της απαρτίας είναι συμβατή με τη λειτουργία των συλλογικών οργάνων της Διοικήσεως και δεν νοείται σε εκλεκτορικά (εκλογικά) σώματα, το έργο των οποίων εξαντλείται στη διενέργεια αρχαιρεσιών για την ανάδειξη αιρετών μελών συλλογικού οργάνου. Οι διατάξεις του ν. 349/1976, οι οποίες ρυθμίζουν τα σχετικά με τη συγκρότηση και σύνθεση του εκλεκτορικού σώματος και την εν γένει διαδικασία εκλογής των μελών της Διοικούσης Επιτροπής του ΠΙΙΕΤ, δεν ορίζουν ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό συμμετεχόντων εκλεκτόρων. Για τον λόγο δε αυτόν δεν θα μπορούσαν εν προκειμένω να ισχύσουν ούτε αναλογικά οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας περί απαρτίας.
Με την εξεταζομένη υπόθεση, επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση 3631/2015[1] της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε το καθεστώς που διέπει τη νομική φύση και τη διοίκηση του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου (ΠΙΙΕΤ).[2]
Όπως έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, με τις διατάξεις του ν. 349/1976[3] «Περί διοικήσεως του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου» καθιερώνεται σύνθετη διοικητική ενέργεια, η οποία κατατείνει στην ανάδειξη των αιρετών μελών της Διοικούσης Επιτροπής του ΠΙΙΕΤ. Η σύνθετη αυτή διοικητική ενέργεια αρχίζει από την προκήρυξη των εκλογών και ολοκληρώνεται με την πράξη του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αιγαίου, με την οποία διορίζονται τα εκλεγέντα μέλη της Διοικούσης Επιτροπής.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 του νδ της 6.9.1925, το οποίο κυρώθηκε με τον ν. 3775/1929 (Α΄ 10), το Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα της Ευαγγελιστρίας Τήνου διοικεί τον ομώνυμο Ιερό Ναό της Παναγίας της Τήνου και διαχειρίζεται την περιουσία του. Η νομοθεσία που διέπει το ΠΙΙΕΤ, διαχρονικά,[4] η οποία το χαρακτηρίζει ως «δημόσιο κατάστημα» ή «πανελλήνιο Ίδρυμα», του έχει προσδώσει έντονα χαρακτήρα «ευαγούς καθιδρύματος», με την ανάθεση σε αυτό ποικίλων κοινωφελών σκοπών, αναγομένων ιδίως στη χρηματοδότηση λιμενικών, κοινοτικών και υδρευτικών έργων, έργων οδοποιίας και ρυμοτομίας της πόλεως Τήνου, στη στέγαση προσκυνητών, στη χορήγηση υποτροφιών, στη συντήρηση μουσείου, στην ίδρυση φιλανθρωπικών και εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, στην ίδρυση λαϊκών οικημάτων κ.λπ.[5]
Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, διαχρονικά, το ΠΙΙΕΤ έχει διττό χαρακτήρα και διττή αποστολή, που συνιστούν και την ιδιομορφία του σε σχέση με τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τα εκκλησιαστικά ιδρύματα, δεδομένου ότι αφ΄ ενός εκφράζει το θρησκευτικό συναίσθημα των Ορθοδόξων Ελλήνων, έχοντας ως βάση και σημείο αναφοράς τον Ιερό Ναό της Ευαγγελιστρίας της Τήνου και αφ΄ ετέρου έχει αναπτυχθεί σε πολύμορφο οργανισμό ευαγούς Εθνικού Καθιδρύματος.[6]
Όπως περαιτέρω έγινε δεκτό με την απόφαση, η διοίκηση του ΠΙΙΕΤ ασκήθηκε για περισσότερα από 100 έτη υπό την άμεση εποπτεία του Κράτους.[7] Με το νδ 126/1969 και τον κατ΄ εξουσιοδότηση αυτού Κανονισμό 8/1970 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (Α΄ 81), το εν λόγω Ίδρυμα υπήχθη στην εποπτεία και της Εκκλησίας, τούτο όμως προσωρινά, καθ΄ ότι με το άρθρο 1 του ν. 349/1976 το Ίδρυμα «επανήλθε ως ενιαίον νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου υπό την εποπτείαν του Κράτους».
Εν συνεχεία, με την § 1 του άρθρου 66 του ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος»[8] ορίσθηκε ότι: «Των περί εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και ιερών προσκυνημάτων διατάξεων του παρόντος νόμου εξαιρείται το Πανελλήνιον Ιερόν Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου, το οποίον διέπεται υπό των διατάξεων του ν. 349/1976 περί διοικήσεως του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου». Με τη διάταξη αυτή το ΠΙΙΕΤ εξαιρέθηκε, κατ΄  ουσίαν, από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 59 του Καταστατικού Χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος, στο οποίο ορίζεται, το μεν ότι η διοίκηση και διαχείριση των κειμένων στην περιοχή της Εκκλησίας της Ελλάδος Ιερών Προσκυνημάτων καθορίζεται, εφ΄ όσον αυτά έχουν τεθεί από πολλού χρόνου στη δημοσία λατρεία[9] και «ανεξαρτήτως της μέχρι τούδε νομικής αυτών μορφής και καταστάσεως», με αποφάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, οι οποίες εγκρίνονται από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας και δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (§ 1), το δε ότι Πρόεδροι των Εκκλησιαστικών Ιδρυμάτων και των Ιερών Προσκυνημάτων είναι «αυτοδικαίως» οι οικείοι Μητροπολίτες (§ 2).
Περαιτέρω, με την § 1 του άρθρου 68 του ν. 4235/2014 (Α΄ 32) ορίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: «Τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 1 § 4 του ν. 590/1977 (Α΄ 146) και του ν. 4149/1961 (Α΄ 41), του άρθρου 1 του ν. 349/1976 (Α΄ 149), οι Ιερές Μητροπόλεις της Δωδεκανήσου (Ρόδου, Κώου και Νισύρου, Λέρου, Καλύμνου και Αστυπάλαιας, Καρπάθου και Κάσου και Σύμης) και οι Ενορίες και οι Μονές τους καθώς και η Πατριαρχική Εξαρχία Πάτμου, οι Πατριαρχικές και Σταυροπηγιακές Μονές στην Ελλάδα, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου του άρθρου 1 του ν. 2456/1920 (Α΄ 173) του άρθρου 1 του νδ 301/1969 (Α΄ 195) και του άρθρου 1 του βδ της 29.3.1949 (Α΄ 79) υπάγονται στις διατάξεις που διέπουν τη Γενική Κυβέρνηση και τον δημόσιο τομέα ως προς την οργάνωση και διοίκησή τους, την εν γένει περιουσιακή και λογιστική διαχείρισή τους, τους λειτουργούς και το προσωπικό τους, μόνον εφ΄ όσον αυτές το ορίζουν ρητά. Οι ισχύουσες διατάξεις, γενικές ή ειδικές, που ορίζουν ρητώς την κρατική εποπτεία επί των ανωτέρω νομικών προσώπων, τη διοίκηση και διαχείρισή τους, τον δημοσιονομικό και διαχειριστικό έλεγχό τους καθώς και τη διαδικασία πρόσληψης και την υπηρεσιακή κατάσταση του κάθε είδους προσωπικού τους δεν θίγονται. Διαχειριστικές πράξεις των ανωτέρω προσώπων, για τις οποίες αυτά επιχορηγούνται ή χρηματοδοτούνται από εθνικούς ή ευρωπαϊκούς πόρους, υπόκεινται στις διατάξεις για τις κρατικές ή δημόσιες συμβάσεις και την εποπτεία και έλεγχο της διαχείρισης κρατικών και ευρωπαϊκών πόρων».
Με την ίδια ως άνω § 1 του άρθρου 68 του ν. 4235/2014 τροποποιήθηκαν διατάξεις του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος και ορίσθηκε ότι τα εκκλησιαστικά ιδρύματα συνιστώνται με αποφάσεις της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (ΔΙΣ) για την προαγωγή μη κερδοσκοπικών φιλανθρωπικών, μορφωτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών σκοπών και αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (νπιδ). Ειδικότερα τροποποιήθηκε η διάταξη της § 4 του άρθρου 1 του ν. 590/1977 και ορίσθηκε ότι τα εκκλησιαστικά ιδρύματα και ιερά προσκυνήματα αποτελούν νπιδ, τα οποία λειτουργούν «επί τη βάσει των υφισταμένων μέχρι σήμερον οργανισμών αυτών, οίτινες δύνανται να συμπληρούνται και να τροποποιώνται εφ΄ εξής διά κανονιστικών αποφάσεων, εκδιδομένων υπό της ΙΣΙ ή της ΔΙΣ κατόπιν προτάσεως του οικείου Αρχιερέως, δι΄ ων θα ρυθμίζονται τα της διοικήσεως, διαχειρίσεως, ελέγχου και εν γένει λειτουργίας αυτών, ως και τα της υπηρεσιακής εν γένει καταστάσεως του προσωπικού αυτών».
Ακολούθησε ο ν. 4301/2014,[10] με το άρθρο 26 του οποίου τροποποιήθηκαν διατάξεις του ν. 349/1976, ενώ με το άρθρο του 51 § 6 ορίσθηκε ότι: «Η παρ. 1 του άρθρου 66 του ν. 590/1977 (Α΄ 146) καταργείται. Το προηγούμενο εδάφιο δεν καταργεί τον ισχύοντα ν. 349/1976 (Α΄ 149), όπως έχει τροποποιηθεί μέχρι και τη δημοσίευση του παρόντος νόμου».
Όπως προεκτέθηκε, με το άρθρο 1 του ν. 349/1976 το ΠΙΙΕΤ επανήλθε υπό την εποπτεία του Κράτους, η διάταξη δε αυτή εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη δημοσίευση των ρηθέντων ν. 4235/2014 και 4301/2014. Ειδικώτερα, με το άρθρο 68 του ν. 4235/2014 το ΠΙΙΕΤ περιελήφθη μεν σε εκείνα τα εκκλησιαστικά νπδδ, για τα οποία ορίσθηκε ότι δεν υπάγονται πλέον αυτοδικαίως, χωρίς δηλαδή ειδική διάταξη νόμου, στις διατάξεις που διέπουν τη Γενική Κυβέρνηση και τον δημόσιο τομέα, πλην με την ίδια διάταξη ορίσθηκε ότι δεν θίγονται οι ισχύουσες διατάξεις, γενικές ή ειδικές που ορίζουν, μεταξύ άλλων, την κρατική εποπτεία επί των ανωτέρω νομικών προσώπων. Περαιτέρω, με το άρθρο 51 του ν. 4301/2014 καταργήθηκε μεν η διάταξη του άρθρου 66 του ν. 590/1977, με την οποία το ΠΙΙΕΤ είχε εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του νόμου αυτού περί εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και ιερών προσκυνημάτων, πλην ορίσθηκε ρητά ότι εξακολουθεί να ισχύει, ως έχει, ο ν. 349/1976.
Συνεπώς, οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβλήθηκε: α) ότι με τις διατάξεις της § 1 του άρθρου 68 του ν. 4235/2014 και ιδίως της § 6 του άρθρου 51 του ν. 4301/2014 καταργήθηκε το ισχύον από τον 19ο αιώνα ιδιαίτερο νομικό καθεστώς του ΠΙΙΕΤ ως αυτοδιοικουμένου νομικού προσώπου υπαγομένου στην εποπτεία της Πολιτείας, καθ΄ ότι εξομοιώθηκε νομικά με τα λοιπά εκκλησιαστικά ιδρύματα και ιερά προσκυνήματα υποκείμενο πλέον στη διοίκηση και εποπτεία του επιχωρίου Μητροπολίτου, β) ότι ως εκ τούτου, εν όψει των κοινωφελών σκοπών του Ιδρύματος, υπήχθησαν στην εξουσία της Εκκλησίας αρμοδιότητες που κατά το Σύνταγμα ανήκουν στο Κράτος και τους ΟΤΑ και γ) ότι κατά παράβαση των συνταγματικών αρχών της διαφάνειας και του κράτους δικαίου συμμετείχε στην ψηφοφορία για την εκλογή Αντιπροέδρου και Γενικού Γραμματέως της Διοικούσης Επιτροπής του ΠΙΙΕΤ ο επιχώριος Μητροπολίτης, καθ΄ ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχε πλέον και η ιδιότητα του ασκούντος την εποπτεία του Ιδρύματος, κρίθηκαν απορριπτέοι καθ΄ ότι, ανεξαρτήτως αν είναι ακουστοί στην παρούσα δίκη,[11] ερείδονται πάντως επί της εσφαλμένης νομικής εκδοχής ότι η εποπτεία του Ιδρύματος μετέστη από το Κράτος στον επιχώριο Μητροπολίτη.
Σε κάθε δε περίπτωση, έγινε δεκτό με την εξεταζομένη απόφαση ότι τα αφιερωμένα στη δημόσια λατρεία πράγματα, μεταξύ των οποίων οι ιεροί ναοί, τα από μακρού τεθειμένα στη δημόσια λατρεία ιερά προσκυνήματα, τα ιερά σκεύη κ.λπ., είναι πράγματα ιερά και εκτός συναλλαγής, η διοίκηση και διαχείριση των οποίων ανήκει κατ΄ αρχήν στην Εκκλησία.[12] Συνεπώς, ναι μεν με τις αποφάσεις 2037-8/1979 του Δικαστηρίου κρίθηκε ως «πλήρως δικαιολογημένη» η εξαίρεση του ΠΙΙΕΤ από τις περί εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και ιερών προσκυνημάτων διατάξεις του ν. 590/1977 (και δη εκείνες του άρθρου 59 αυτού), εν όψει της ιδιομορφίας του Ιδρύματος ως ευαγούς εθνικού καθιδρύματος, του οποίου η διοίκηση ασκήθηκε επί αιώνα και πλέον υπό την εποπτεία του Κράτους, ωστόσο εν όψει του ότι το Ίδρυμα αυτό έχει από ιδρύσεώς του προεχόντως θρησκευτικούς σκοπούς, οι οποίοι σχετίζονται με τη διοίκηση και διαχείριση της περιουσίας του Ιερού Ναού Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (Ευαγγελιστρίας) Τήνου, που αποτελεί ιερό προσκύνημα, ο νομοθέτης ουδόλως κωλύεται να το υπαγάγει, εάν το κρίνει σκόπιμο για το κοινό συμφέρον της Εκκλησίας και της Πολιτείας και κατ΄ εκτίμηση των εξελισσομένων αναγκών και περιστάσεων της κοινωνίας,[13] στις περί εκκλησιαστικών ιδρυμάτων και ιερών προσκυνημάτων διατάξεις και εντεύθεν να επιτρέψει την ανάμειξη της Εκκλησίας στα της διοικήσεως και διαχειρίσεώς του, είναι δε άμοιρο σημασίας το γεγονός ότι το Ίδρυμα επιδιώκει και κοινωφελείς σκοπούς.[14]
Έγινε ομοίως δεκτό ότι με τις διατάξεις του ν. 349/1976 δεν προβλέπεται άμεση και ευθεία συμμετοχή αιρετών εκπροσώπων του Δήμου Τήνου στα της διοικήσεως του ΠΙΙΕΤ, παρά μόνον η συμμετοχή τους στο εκλεκτορικό σώμα για την ανάδειξη των αιρετών μελών της Διοικούσης Επιτροπής του Ιδρύματος. Οι διατάξεις αυτές του ν. 349/1976 ουδόλως μετεβλήθησαν ή τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του ν. 4301/2014. Ούτως κρίθηκε ότι δεν ευσταθούν και οι ισχυρισμοί των αιτούντων ότι κατά παράβαση της αρχής της πρωτοβουλίας και της ελεύθερης δράσεως των ΟΤΑ, ο ν. 4301/2014 κατήργησε τον «σημαίνοντα λόγο» του Δήμου στη «διοίκηση και διαχείριση» του Ιδρύματος και ότι απέσπασε το Ίδρυμα από την επιρροή της τοπικής κοινωνίας και των κατά νόμον εκπροσώπων της. Λόγω δε της ιδιομορφίας του ΠΙΙΕΤ, το οποίο εκφράζει το θρησκευτικό συναίσθημα όλου του ελληνικού λαού και έχει αναπτυχθεί σε πολύμορφο οργανισμό ευαγούς Εθνικού Καθιδρύματος, ούτε η διοίκησή του ούτε η συμμετοχή σε αυτή αποτελεί τοπική υπόθεση, κατά την έννοια του άρθρου 102 του Συντάγματος.[15]
Εν προκειμένω, στις ένδικες αρχαιρεσίες, οι οποίες διενεργήθηκαν την 7.12.2014, ψήφισαν 8 μόνο από τα 33 μέλη του εκλεκτορικού σώματος. Εν όψει τούτου, με την αίτηση προβλήθηκε ότι στην εκλογική διαδικασία συμμετείχε ποσοστό μικρότερο του ημίσεως των διορισμένων μελών του σώματος των εκλεκτόρων, κατά παράβαση της περί απαρτίας διατάξεως της § 1 του άρθρου 14 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.[16] Ο λόγος αυτός κρίθηκε ομοίως απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η έννοια της απαρτίας έγινε δεκτό ότι είναι συμβατή με τη λειτουργία των συλλογικών οργάνων της Διοικήσεως και δεν νοείται σε εκλεκτορικά (εκλογικά) σώματα, το έργο των οποίων εξαντλείται, όπως εν προκειμένω, στη διενέργεια αρχαιρεσιών για την ανάδειξη αιρετών μελών συλλογικού οργάνου. Εξ άλλου όπως έκρινε η απόφαση, οι διατάξεις του ν. 349/1976, οι οποίες ρυθμίζουν εξαντλητικώς τα σχετικά με τη συγκρότηση και σύνθεση του εκλεκτορικού σώματος και την εν γένει διαδικασία εκλογής των μελών της Διοικούσης Επιτροπής του ΠΙΙΕΤ, δεν ορίζουν -και δη επί ποινή ακυρότητος της διαδικασίας- ελάχιστο απαιτούμενο αριθμό συμμετεχόντων εκλεκτόρων. Για τον λόγο δε αυτόν δεν θα μπορούσαν εν προκειμένω να ισχύσουν ούτε αναλογικά, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αιτούντες, οι διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας περί απαρτίας. Με το σκεπτικό αυτό το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση.

[1] Βλ. ΣτΕ Ολ 3631/2015, σε: περιοδικό «Περιβάλλον & Δίκαιο» τ. 1/2016 σ. 122, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 2016.
[2] Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο της ένδικης υποθέσεως, εκδικάσθηκε αίτηση ακυρώσεως: α) της από 5.11.2014 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέως Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αιγαίου (ορθή επανάληψη), με την οποία είχαν προκηρυχθεί αρχαιρεσίες για την ανάδειξη των αιρετών (9 τακτικών και 5 αναπληρωματικών) μελών της Διοικούσης Επιτροπής του Ιδρύματος και είχαν καθορισθεί οι λεπτομέρειες της διαδικασίας διενεργείας των εκλογών, β) του από 7.12.2014 πρακτικού της εφορευτικής Επιτροπής, με το οποίο, μετά το πέρας της διαδικασίας των αρχαιρεσιών, ανεδείχθησαν τα εκλεγέντα (9 τακτικά και 5 αναπληρωματικά) αιρετά μέλη της Διοικούσης Επιτροπής, γ) της από 12.12.2014 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέως Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αιγαίου, με την οποία διορίσθηκαν τα νεοεκλεγέντα μέλη της Διοικούσης Επιτροπής και εκλήθησαν να συνέλθουν υπό την προεδρία του επιχωρίου Μητροπολίτου για τη συγκρότησή τους σε σώμα, την ορκωμοσία και την επίσημη εγκατάστασή τους καθώς και για την εκλογή Αντιπροέδρου και Γενικού Γραμματέως της Επιτροπής, δ) της από 16.12.2014 πράξεως της Διοικούσης Επιτροπής του Ιδρύματος, με την οποία το όργανο αυτό συνγκροτήθηκε σε σώμα και εξέλεξε, με μυστική ψηφοφορία, τον Αντιπρόεδρο και Γενικό Γραμματέα του και ε) κάθε άλλης συναφούς πράξεως. Όπως έκρινε το Δικαστήριο, παραδεκτώς προσβλήθηκε εν προκειμένω η επίμαχη από 12.12.2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέως Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αιγαίου, με την οποία διορίσθηκαν τα αιρετά μέλη της Διοικούσης Επιτροπής, οι δε λοιπές ως άνω προσβαλλόμενες πράξεις, οι οποίες προηγήθηκαν της αποφάσεως αυτής κρίθηκε ότι απαραδέκτως προσβλήθηκαν αυτοτελώς με την κρινομένη αίτηση, καθ΄ ότι ενσωματώθηκαν στην τελική πράξη διορισμού και απώλεσαν, ως εκ τούτου, την εκτελεστότητά τους (ΣτΕ 2038/1979).
[3] Βλ. ν. 349/1976 (Α΄ 149) «Περί διοικήσεως του Πανελληνίου Ιερού Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου» (όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 66 ν. 590/1977, Α΄ 146, 69 ν. 1566/1985, Α΄ 167, 8 ν. 2740/1999, Α΄ 186, 59 ν. 3966/2011, Α΄ 118 και 26 ν. 4301/2014, Α΄ 223): «α) Το Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου αποτελεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου υπό την εποπτεία του Κράτους (άρθρο 1), το οποίο διοικείται από δεκαμελή Διοικούσα Επιτροπή με Πρόεδρο τον επιχώριο Μητροπολίτη, τα λοιπά δε εννέα μέλη είναι αιρετά (άρθρο 2 § 1, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 § 5 ν. 2740/1999), β) τα αιρετά μέλη της Επιτροπής είναι Έλληνες πολίτες, Τήνιοι, Χριστιανοί Ορθόδοξοι και κάτοικοι της νήσου Τήνου, εκλέγονται δε από σώμα εκλεκτόρων (άρθρο 2 § 2, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 § 5 ν. 2740/1999), γ) το σώμα εκλεκτόρων συγκροτείται από: αα) τον επιχώριο Μητροπολίτη, ββ) τον Δήμαρχο και τα τακτικά μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Τήνου, γγ) τους Προέδρους των Συμβουλίων των Δημοτικών Κοινοτήτων, καθώς και τους Προέδρους των Συμβουλίων και τους εκπροσώπους των Τοπικών Κοινοτήτων του Δήμου Τήνου, δδ) τους Περιφερειακούς Συμβούλους της εκλογικής περιφερείας της Περιφερειακής Ενότητος Τήνου και εε) τα επτά πρώτα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Αδελφότητος Τηνίων εν Αθήναις (άρθρο 2 § 3, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 59 § 21 ν. 3966/2011), δ) όλα τα μέλη του σώματος των εκλεκτόρων, οι οποίοι δεν επιτρέπεται να είναι και εκλόγιμοι, είναι υποχρεωτικώς Τήνιοι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, άλλως αντικαθίστανται κατά τη νόμιμο τάξη των αναπληρωτών τους, εφ΄ όσον υπάρχουν (άρθρο 2 § 4, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 59 § 21 ν. 3966/2011), ε) οι αρχαιρεσίες προς ανάδειξη των μελών της Διοικούσης Επιτροπής προκηρύσσονται από τον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αιγαίου (άρθρο 4 περ. α΄, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 § 2 ν. 4301/2014), υποψηφιότητες υποβάλλονται γραπτώς στον Ειρηνοδίκη Τήνου (άρθρο 4 περ. β΄), οι δε εκλέκτορες ψηφίζουν, με μυστική ψηφοφορία, μέχρι τρία πρόσωπα από τον κατάλογο των υποψηφίων (άρθρο 4 περ. δ΄, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 § 6 ν. 2740/1999), στ) αμέσως μετά τη διαλογή των ψήφων η εφορευτική επιτροπή ανακηρύσσει, ως τακτικά μέλη, τους πρώτους εννέα από τους υποψηφίους που έλαβαν τις περισσότερες ψήφους και, ως αναπληρωματικά μέλη, τους επομένους πέντε κατά τη σειρά των ψήφων που έλαβαν (άρθρο 4 περ. ε΄, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 8 § 7 ν. 2740/1999), ζ) η εφορευτική επιτροπή συντάσσει το πρακτικό της εκλογής, το οποίο υποβάλλει αμελλητί στον Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοικήσεως Αιγαίου, ο οποίος με τη σειρά του προσκαλεί τους εκλεγέντες να συγκροτηθούν, υπό την προεδρία του Μητροπολίτου, σε σώμα, μεριμνά δε για τον διορισμό τους καθώς και για την ορκωμοσία και την επίσημη εγκατάστασή τους (άρθρο 4 περ. η΄, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 § 2 ν. 4301/2014), η) τα μέλη της νέας Διοικούσης Επιτροπής συνέρχονται σε ολομέλεια, κατόπιν προσκλήσεως του Προέδρου και υπό την προεδρεία του εκλέγουν τον Αντιπρόεδρο και Γενικό Γραμματέα με μυστική ψηφοφορία και συγκροτούνται σε σώμα υπό τον Πρόεδρό της, σε περίπτωση δε ισοψηφίας η ψηφοφορία επαναλαμβάνεται φανερά και σε περίπτωση νέας ισοψηφίας επικρατεί η ψήφος του Προέδρου (άρθρο 4 περ. θ΄, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 26 § 1 ν. 4301/2014) και θ) η θητεία των μελών της Διοικούσης Επιτροπής είναι τριετής (άρθρο 4 περ. ι΄)».
[4] Σχετικά με το νομοθετικό πλαίσιο που διαχρονικά διέπει το ΠΙΙΕΤ, βλ. βδ/γμα της 7.4.1851 (Α΄ 11), βδ/γμα της 19.12.1887 (Α΄ 349), το κυρωθέν με τον ν. 3775/1929 νδ/γμα της 6.9.1925, τον α.ν. 1099/1938 (Α΄ 70) και ν. 2353/1953 (Α΄ 77).
[5] Βλ. ΣτΕ Ολ 739/1998, 2037-8/1979, ΣτΕ ΠΕ 194/2007.
[6] ΣτΕ ΠΕ 194/2007.
[7] Βλ. βδ/γμα της 7.4.1851 (Α΄ 11), βδ/γμα της 19.12.1887 (Α΄ 349), το κυρωθέν με τον ν. 3775/1929 νδ/γμα της 6.9.1925, τον α.ν. 1099/1938 (Α΄ 70) και ν. 2353/1953 (Α΄ 77).
[8] Α΄ 146.
[9] «… Τούτων έκπαλαι τεθειμένων … εις την δημοσίαν λατρείαν …».
[10] Βλ. ν. 4301/2014 «Οργάνωση της νομικής μορφής των θρησκευτικών κοινοτήτων και των ενώσεών τους στην Ελλάδα και άλλες διατάξεις αρμοδιότητας Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων και λοιπές διατάξεις» (Α΄ 223/7.10.2014).
[11] Εν όψει του ότι στηρίζονται στις διατάξεις των ν. 4235/2014 και 4301/2014, που δεν εφαρμόσθηκαν ούτε συνάπτονται ευθέως με την πληττομένη διαδικασία εκλογής αιρετών μελών της Διοικούσης Επιτροπής του Ιδρύματος.
[12] Βλ. άρθρα 966 ΑΚ και τις σύμφωνες με το Σύνταγμα διατάξεις των άρθρων 45 § 1 και 59 § 1 και 2 ν. 590/1977, ΣτΕ ΠΕ 64/2003.
[13] Πρβλ. ΣτΕ Ολ 1269-70/1977, ΣτΕ 2037/1979, 1956/1986.
[14] Πρβλ. ΣτΕ 921/2015 (7μ.).
[15] Βλ. ΣτΕ Ολ 739/1998.
[16] Βλ. ΚΔΔιαδ - ν. 2690/1999 (Α΄ 45).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Διαβάστε επίσης:

Υποτροφία για Διδακτορικό στο Ποινικό Δίκαιο από την Ακαδημία Αθηνών

Η Ακαδηµία Αθηνών προκηρύσσει διαγωνισµό για τη χορήγηση εννέα (9) υποτροφιών για εκπόνηση διδακτορικής διατριβής στην Ελλάδα ή τo εξωτε...