Έφεση κατά απόφασης που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου (ΑΠ)

ΑΠ 1436/2023 (πολ): Έφεση κατά απόφασης που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου.

Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας είναι η άρση της πιο πάνω παράλειψης με την εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους (ΑΠ 181/2023, ΑΠ 65/2022) κατά την άσκηση της έφεσης, κατά το άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή κατά την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται, πρέπει δε να γίνεται και συγκεκριμένη επίκληση της καταβολής με το εφετήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η καταβολή του δικαστικού ενσήμου πρέπει να δηλώνεται στο δικόγραφο της έφεσης και δεν αρκεί η απλή μνεία στο εφετήριο της πρόθεσης του εκκαλούντος να καταβάλει το μη καταβληθέν ως άνω τέλος μέχρι ή κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου και η μεταγενέστερη, συνακόλουθα, επίκληση της καταβολής αυτού με τις προτάσεις του εκκαλούντος. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, νοείται εκείνος ο οποίος περιέχει αφηρημένους κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου από τους οποίους επέρχονται έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικού ενσήμου"  γιατί η εν λόγω διάταξη εντάσσεται, ως εκ του περιεχομένου της, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

«Με την ως άνω (από 4-6-2021) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2117/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 29.11.2019 έφεση του ενάγοντος, ήδη αναρεσείοντος, κατά της υπ' αριθ. 11569/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 5.4.2013 αγωγή του λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το ν.δ.1544/1942, τροποποιήθηκε με το ν.δ.4189/1961 και ισχύει, ο ενάγων, εάν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος κι η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (κι όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (Α.Π.1461/2021, Α.Π.1337/2011, Α.Π.1107/2005). 

Κατά της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας είναι η άρση της πιο πάνω παράλειψης με την εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους (ΑΠ 181/2023, ΑΠ 65/2022) κατά την άσκηση της έφεσης, κατά το άρθρο 495 Κ.Πολ.Δ. δηλαδή κατά την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου, του οποίου η απόφαση προσβάλλεται, πρέπει δε να γίνεται και συγκεκριμένη επίκληση της καταβολής με το εφετήριο κατ' εφαρμογή του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ (Α.Π.1461/2021), αφού, σε αντίθετη περίπτωση, δεν υφίσταται λυσιτελής λόγος έφεσης για να ερευνηθεί κατ' ουσίαν και να κριθεί βάσιμος. Αν ο λόγος αυτός (περί γενομένης καταβολής του δικαστικού ενσήμου) κριθεί βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά δε την εξαφάνισή της χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο ενάγων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, δύναται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ (Α.Π.1461/2021, ΑΠ 538/2019, ΑΠ 668/2015, ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 1095/2006). 

Επομένως, η καταβολή του δικαστικού ενσήμου πρέπει να δηλώνεται στο δικόγραφο της έφεσης και δεν αρκεί η απλή μνεία στο εφετήριο της πρόθεσης του εκκαλούντος να καταβάλει το μη καταβληθέν ως άνω τέλος μέχρι ή κατά τη συζήτηση του ενδίκου μέσου και η μεταγενέστερη, συνακόλουθα, επίκληση της καταβολής αυτού με τις προτάσεις του εκκαλούντος. Έτσι, η (κατά τα λοιπά) νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της έφεσης μόνον όταν συνοδεύεται και με την καταβολή του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου, συνεπάγεται την εξαφάνιση, όπως αναφέρθηκε, της πρωτόδικης απόφασης και νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 964/2020). 

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013). 

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ως κανόνας ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση του οποίου ιδρύει λόγο αναίρεσης της απόφασης, νοείται εκείνος ο οποίος περιέχει αφηρημένους κανόνες εξ αντικειμένου δικαίου από τους οποίους επέρχονται έννομες συνέπειες αν συντρέξουν ορισμένες προϋποθέσεις. Τέτοιο όμως κανόνα δεν περιέχει η διάταξη του άρθρου 2 του Ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως συμπληρώθηκε με τα άρθρα 7 παραγρ. 2 του ΝΔ 1544/42 και 11 του ΝΔ 4189/61, κατά την οποία οσάκις η αξία του αντικειμένου της αγωγής είναι ανωτέρα των εκάστοτε οριζομένων ποσών επιβάλλεται ορισμένο τέλος, η παράλειψη της καταβολής του οποίου συνεπάγεται την ερημοδικία του υποχρέου στην προκαταβολή αυτού, γιατί η εν λόγω διάταξη εντάσσεται, ως εκ του περιεχομένου της, στο πλαίσιο των δικονομικών και όχι των ουσιαστικού δικαίου, υπό την προαναφερθείσα έννοια, διατάξεων (Α.Π.1461/2021, Α.Π.367/2018, Α.Π.1077/2014, Α.Π. 181/2013). 

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π.1/2019, Ολ.Α.Π.25/2008, Α.Π.1383/2021). Με την ως άνω διάταξη εισάγεται γενικός δικονομικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ελέγχεται κάθε μορφή ανισχύρου των διαδικαστικών πράξεων, που πηγάζει από άμεση παραβίαση διάταξης δικονομικής φύσης (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.933/2019). Ειδικότερα, με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση - παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.Α.Π.2/2001, Α.Π.480/2020, Α.Π. 175/2019, Α.Π.1496/2017). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το απαράδεκτο αφορά μόνο στις "επιτευκτικές" διαδικαστικές πράξεις, δηλαδή εκείνες που τείνουν στη δημιουργία των αναγκαίων όρων για την έκδοση συγκεκριμένης απόφασης, ώστε η κατ' αποτέλεσμα ενέργειά τους να εκδηλώνεται με την απόφαση και μόνο δυνάμει αυτής (Α.Π.927/2019, Α.Π. 357/2018). 

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της άσκησης των ενδίκων μέσων (Α.Π.371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης, της αντέφεσης, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Α.Π.1206/2019, Α.Π.2081/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων, με την από 29.11.2019 έφεση, την οποία άσκησε κατά της υπ' αριθ. 11569/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 5-4-2013 αγωγή του ως ουσία αβάσιμη, λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, ζήτησε την εξαφάνιση της τελευταίας απόφασης ώστε να γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή του. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι δεν έγινε σαφής επίκληση της καταβολής του δικαστικού ενσήμου κατά την κατάθεση της ως άνω έφεσης και δεν συνοδεύθηκε η κατάθεση αυτής με την ταυτόχρονη καταβολή του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου, αλλά έγινε η καταβολή αυτού σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο κατά τη συζήτηση της έφεσης στο ακροατήριο (4.2.2021), με επίκληση στις προτάσεις του και συνακόλουθα απέρριψε την έφεση ως απαράδεκτη.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.1 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο που απέρριψε την έφεσή του ως απαράδεκτη, κρίνοντας ότι έπρεπε να συνοδεύεται η κατάθεση αυτής με την καταβολή του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", καθώς επίσης και τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ.2 και 528 Κ.Πολ.Δ., κρίνοντας ότι μη νόμιμα προσκομίσθηκε το δικαστικό ένσημο με τις προτάσεις του στο Εφετείο. Οι ως άνω λόγοι της αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, καθόσον ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος ιδρύεται μόνον επί παραβάσεως κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και όχι επί κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως είναι, σύμφωνα μ' όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912 "περί δικαστικών ενσήμων", καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 524 παρ.2 και 528 Κ.Πολ.Δ. Ανεξαρτήτως αυτού, εφόσον ήθελε εκτιμηθεί ότι προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παράβαση των ως άνω δικονομικών διατάξεων έκρινε απαράδεκτη την έφεση, διότι κατατέθηκε το δικαστικό ένσημο κατά τη συζήτηση και όχι κατά την άσκηση της έφεσης, οι ως άνω λόγοι της αναίρεσης (πρώτος και δεύτερος) τυγχάνουν αβάσιμοι, καθόσον, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, κατά της απόφασης που απορρίπτει την αγωγή, λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας είναι η άρση της πιο πάνω παράλειψης με την εκ των υστέρων καταβολή του ως άνω τέλους κατά την άσκηση της έφεσης, κατά το άρθρο 495 ΚΠολΔ, δηλ. κατά την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου του οποίου η απόφαση προσβάλλεται, με παράλληλη επίκληση της γενομένης καταβολής με το δικόγραφο της έφεσης. Ενόψει των προεκτεθέντων, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε ο αναιρεσείων στο δημόσιο ταμείο κατά το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ. Τα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. (δημοσίευση απόφασης : areiospagos.gr )

Σχόλια