Η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου


του Χρήστου Στόικου, Δικηγόρου
Σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 2 περ. α΄ του νέου ΠΚ, ελαφρυντική περίσταση θεωρείται το ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που τέλεσε το έγκλημα σύννομα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη για ελαφρό πλημμέλημα.
Ο «πρότερος σύννομος βίος» αντικαθιστά τον «πρότερο έντιμο βίο» που προέβλεπε ο προϊσχύσας ΠΚ (ο οποίος απαιτούσε να έχει ζήσει ο υπαίτιος έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή). Η Αιτιολογική Έκθεση του νέου Ποινικού Κώδικα αναφέρει σχετικά «Στο κράτος δικαίου ο πολίτης είναι ελεύθερος να διάγει, όπως ο ίδιος κρίνει, εφόσον δεν παραβιάζει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β΄) «απαραβίαστη» προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή.»
Σύμφωνα με τον προϊσχύσαντα Ποινικό Κώδικα για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου έντιμου βίου δεν αρκούσε απλά και μόνο το λευκό ποινικό μητρώο, αλλά απαιτείτο η επίκληση και η απόδειξη εκ μέρους του κατηγορουμένου (συνήθως δια του συνηγόρου υπεράσπισης) συγκεκριμένων (θετικών) πραγματικών περιστατικών που να ήταν ικανά, αληθή υποτιθέμενα, να χαρακτηρίσουν τον δράστη έντιμο, ήτοι που μπορούσαν να θεμελιώσουν την έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική του ζωή και την επωφελή για το κοινωνικό σύνολο δράση του (ΑΠ 271/2009, ΑΠ 249/2009, ΑΠ 627/2004, άπασες δημοσιευθείσες στην ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, το δικαστήριο δεν αναγνώριζε την εν λόγω ελαφρυντική περίσταση, όταν έκρινε ότι ο πρότερος βίος του κατηγορουμένου δε συμβάδιζε με τις ηθικές αντιλήψεις της κοινωνίας ακόμα και αν είχε λευκό ποινικό μητρώο. Πολλές φορές, μάλιστα, για την αναγνώριση του εν λόγω ελαφρυντικού δεν αρκούσε ούτε η μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, αλλά ήταν απαραίτητη η θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς του ανθρώπινου βίου (βλ. ενδεικτ. ΑΠ 377/2015, ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ). Από την άλλη, η ύπαρξη προηγούμενων ποινικών καταδικών δεν απέκλειε άνευ ετέρου τη δυνατότητα αναγνώρισης της συγκεκριμένης ελαφρυντικής περίστασης στο πρόσωπο του κατηγορουμένου, ιδίως προηγούμενες καταδίκες του για αξιόποινες πράξεις ήσσονος βαρύτητας και σημασίας (λ.χ καταδικαστικές αποφάσεις για παραβίαση κειμένων διατάξεων από αμέλεια ή διατάξεων νόμου που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων σε επουσιώδη θέματα, όπως είναι κατά κανόνα ο Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας, ΑΠ 1358/2008, ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ).
Σύμφωνα με τη Νομολογία (υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ) ως πρότερος έντιμος βίος νοείται η σύννομη και θετική για την κοινωνία στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου ως προς όλες τις εκφάνσεις του βίου του (ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική) μέχρι την τέλεση της πράξης, σε βαθμό που να μην αναμένεται ως πιθανή η εκτροπή αυτού σε ποινική παραβατικότητα. Μόνη η έλλειψη ποινικής εμπλοκής δεν αρκεί για την αναγνώριση του σχετικού ελαφρυντικού, αλλά και η ύπαρξη καταδίκης για πράξη μικρής ηθικής και ποινικής απαξίας δεν αποκλείει τη χορήγησή του (βλ. ενδεικτ. ΑΠ 79/2016, ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ).
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη Νομολογία (υπό τον προϊσχύσαντα ΠΚ) δεν αρκούσε για να στοιχειοθετηθεί αυτή η ελαφρυντική περίσταση ούτε το λευκό ποινικό μητρώο, ούτε η απουσία άλλης αξιόποινης συμπεριφοράς του κατηγορουμένου για την οποία να ελέγχθηκε από τις αρμόδιες ανακριτικές και δικαστικές Αρχές. Δεν αρκούσε, ακόμη, για τη θεμελίωση του προτέρου εντίμου βίου η εκ μέρους του υπαιτίου μέχρι τότε που τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες καταδικάσθηκε, συνήθης ανθρώπινη συμπεριφορά, με τη δημιουργία οικογένειας και την άσκηση επαγγέλματος προς βιοπορισμό, δεδομένου ότι για τη στοιχειοθέτηση του εν λόγω ελαφρυντικού απαιτείται θετική και επωφελής για την κοινωνία δράση και συμπεριφορά σε όλους τους τομείς που ορίζονται στην περίπτωση του εδ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 84 ΠΚ (βλ. ενδεικτ. ΑΠ 291/2016, ΑΠ 377/2015, ΑΠ 942/2010, ΑΠ 66/2010, ΑΠ 779/2010, άπασες δημοσιευθείσες στην ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ).
Ο νέος Ποινικός Κώδικας στην περ. α΄ της παρ. 2 του άρθρου 84 αναφέρει πλέον ρητά ότι η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου σύννομου βίου δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορουμένου για ελαφρύ πλημμέλημα. Προβλέπεται δηλαδή ρητά, ότι η μη ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου ένεκα καταδίκης για ένα ήσσονος βαρύτητας και σημασίας πλημμέλημα (π.χ μια σωματική βλάβη από αμέλεια ως απόρροια ενός στιγμιαίου λάθους ή μιας απότομης κίνησης του χεριού του δράστη, μία ήσσονος βαρύτητας εξύβριση, παραβίαση κανόνων του ΚΟΚ), το οποίο ως πράξη δεν ενέχει έντονη αντικοινωνική συμπεριφορά και ιδιαίτερη ποινική και κοινωνική απαξία και συνεπώς δεν υποδηλώνει περιφρόνηση και έλλειψη σεβασμού του κατηγορουμένου για τα έννομα αγαθά του κοινωνικού συνόλου (όπως συμβαίνει π.χ σε περίπτωση πλαστογραφίας, απάτης, κλοπής, εκβίασης κλ.π.), αλλά πρόκειται για ένα ήσσονος σημασίας αδίκημα, δεν αρκεί για να αποκλείσει την αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης.
Όπως ειπώθηκε, ο νέος Ποινικός Κώδικας αξιώνει πλέον από τον κατηγορούμενο να έζησε σύννομο και όχι έντιμο πρότερο βίο. Ως πρότερος σύννομος βίος νοείται η σύννομη για την κοινωνία στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου, υπό την έννοια ότι δεν έχει παραβιάσει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, μέχρι την τέλεση της πράξης, σεβόμενος τοιουτοτρόπως τα έννομα αγαθά, χωρίς πλέον να λαμβάνεται υπόψη η θετική για την κοινωνία στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου ως προς όλες τις εκφάνσεις του βίου του (ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική). Τούτο σημαίνει ότι δεν απαιτείται πλέον ο κατηγορούμενος να αποδεικνύει κάθε φορά με την επίκληση συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών ότι έζησε μια έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και κοινωνική εν γένει ζωή. Συνεπώς, δεν απαιτείται ο κατηγορούμενος να αποδεικνύει ότι διάγει καλή οικογενειακή ζωή, ότι επιδεικνύει άριστη διαγωγή στην εργασία του, ότι είναι αιμοδότης, ότι αναπτύσσει φιλανθρωπικό έργο, ότι συνδράμει πτωχά παιδιά, ότι παρέχει εθελοντική εργασία σε ιδρύματα, ότι παρέχει τη βοήθειά του σε οιονδήποτε συνάνθρωπο την έχει ανάγκη, ότι είναι ένας άριστος οικογενειάρχης που προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις, σε τέτοιους χαλεπούς καιρούς, να μη λείψει κάποιο απαραίτητο αγαθό από την οικογένειά του κλ.π. Από την άλλη πλευρά, η άρνηση του υπαιτίου να στηρίξει οικονομικώς, στο παρελθόν, συγγενικά του πρόσωπα, η κατασπατάληση της περιουσίας του στον τζόγο, η φιλαργυρία  και συλλήβδην οιαδήποτε συμπεριφορά που αντίκειται στους ηθικούς κανόνες δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί αρκετή για να αποκλείσει την αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης. Ζητούμενο αποτελεί η σχέση του υπαιτίου με την έννομη τάξη και τα έννομα αγαθά. Το «σύννομο» του βίου φαίνεται να αποκλείει οιαδήποτε επίδραση ηθικώς επιλήψιμων προγενέστερων πράξεων του κατηγορουμένου.
Τούτο φυσικά δε σημαίνει, κατά την άποψη του γράφοντος, ότι αρκεί μόνο η ύπαρξη ενός λευκού ποινικού μητρώου για την αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περιστάσεως. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου συνιστά αναμφίβολα ένα ισχυρό (μαχητό) τεκμήριο πρότερου σύννομου βίου, ωστόσο δεν αποτελεί το μοναδικό κριτήριο για την ουσιαστική αξιολόγηση ενός «σύννομου» βίου. Άλλωστε, αν ήθελε κάτι τέτοιο ο νομοθέτης θα το δήλωνε ρητά. Μάλιστα σύμφωνα με την ΑΠ 1466/2019 (ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ) κριτήριο για τη συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης είναι η σύννομη ζωή του υπαιτίου, που υπάρχει όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, του λευκού ποινικού μητρώου μη όντος του μόνου αποδεικτικού στοιχείου για την κατάφαση της περίστασης αυτής, του δικαστού δυνάμενου να κρίνει στα πλαίσια που ορίζονται από το άρθρο 178 του ΚΠΔ.
Στο σημείο αυτό δέον όπως λεχθούν τα ακόλουθα. Δεν απαιτείται, όπως ειπώθηκε, ο κατηγορούμενος να επικαλεσθεί και να αποδείξει συγκεκριμένα θετικά πραγματικά περιστατικά που μπορούν να θεμελιώσουν την έντιμη ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και εν γένει κοινωνική του ζωή και την επωφελή για το κοινωνικό σύνολο δράση του. Συνεπώς, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου αρκεί από μόνο του και χωρίς την επίκληση και απόδειξη θετικών πραγματικών περιστατικών που δεικνύουν τον έντιμο πρότερο βίο του. Το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου από μόνο του δεν αρκεί μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί μετά βεβαιότητας, ούτε καν πιθανότητας αγγίζουσας τα όρια της βεβαιότητας, ήτοι χωρίς να καταλείπεται η παραμικρή αμφιβολία (οι αμφιβολίες ευνοούν τον κατηγορούμενο βάσει της θεμελιώδους δικονομικής αρχής in dubio pro reo), ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε στο παρελθόν κάποια ή κάποιες αξιόποινες πράξεις που ενέχουν έντονο αντικοινωνικό φρόνημα και ιδιαίτερη ποινική απαξία και οι οποίες ένεκα κάποιου λόγου (λ.χ ένεκα παραγραφής) δεν έχουν καταγραφεί στο ποινικό του μητρώο. Αν, λοιπόν, αποδειχθεί με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε στο παρελθόν κάποια ή κάποιες μείζονος βαρύτητας και απαξίας αξιόποινες πράξεις, ακόμα και αν γι’ αυτές δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη (λ.χ τέλεση αξιόποινων πράξεων, οι οποίες όμως ουδέποτε καταγγέλθηκαν από τους παθόντες ή έχουν παραγραφεί) ή δεν έχουν καταστεί αμετάκλητες (λ.χ ένεκα παραγραφής ή στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος έχει ομολογήσει την ενοχή του στην προδικασία ή στην ακροαματική διαδικασία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία, μάλιστα, εναρμονίζεται με τα υπόλοιπα υφιστάμενα αποδεικτικά μέσα, οπότε είναι αξιόπιστη και συνεπώς δεν καταλείπεται η παραμικρή αμφιβολία ότι τέλεσε την αξιόποινη πράξη, και στη συνέχεια άσκησε έφεση –οπότε η απόφαση δεν κατέστη αμετάκλητη- προκειμένου το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να του αναγνωρίσει κάποια άλλη ελαφρυντική περίσταση ή κάποιον άλλον λόγο μείωσης της ποινής που δεν του αναγνώρισε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ώστε να τύχει επιεικέστερης ποινικής μεταχείρισης), τότε δε θα δύναται να του αναγνωρισθεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση. Το λευκό ποινικό μητρώο, λοιπόν, καταρχήν αρκεί από μόνο του και εναπόκειται στην κατηγορούσα αρχή και στο δικαστήριο να αποδείξουν με βεβαιότητα την τέλεση από τον κατηγορούμενο στο παρελθόν άλλης ή άλλων αξιόποινων πράξεων. Αντίθετα, στην περίπτωση που το δικαστήριο σχημάτισε δικανική πεποίθηση περί του ότι ο κατηγορούμενος στο παρελθόν τέλεσε κάποια ή κάποιες αξιόποινες πράξεις, και συνεπώς δε θα πρέπει να του αναγνωρισθεί το εν λόγω ελαφρυντικό, παρά την ύπαρξη εύλογων αμφιβολιών παραβιάζεται το τεκμήριο αθωότητας και η θεμελιώδης αρχή in dubio pro reo.
Όπως ειπώθηκε, ως πρότερος σύννομος βίος νοείται η σύννομη για την κοινωνία στάση και συμπεριφορά του υπαιτίου, υπό την έννοια ότι δεν έχει παραβιάσει επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου, μέχρι την τέλεση της πράξης για την οποία κατηγορείται. Ζητούμενο, λοιπόν, αποτελεί η σχέση του υπαιτίου με την έννομη τάξη και τα έννομα αγαθά. Μάλιστα σύμφωνα με την ΑΠ 1466/2019 (ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ) σύννομη είναι η ζωή του υπαιτίου, όταν αυτός δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη, παραβιάζοντας επιτακτικούς ή απαγορευτικούς κανόνες δικαίου. Συνεπώς, ως «μη σύννομη» καταρχήν χαρακτηρίζεται η συμπεριφορά που είναι αξιόποινη (βλ. και την Αιτιολ. Έκθ «Όταν δεν έχει διαπράξει αξιόποινη πράξη ή έχει καταδικαστεί για ελαφρό πλημμέλημα, είναι ανεπίτρεπτο να ελέγχεται η κατά το Σύνταγμα (άρθρο 9 παρ. 1 εδ. β΄) απαραβίαστη προηγούμενη ατομική και οικογενειακή του ζωή.»).
Θα μπορούσε, όμως, να υποστηριχθεί και η άποψη ότι το σύννομο του βίου σχετίζεται με τον σεβασμό του κατηγορουμένου στα έννομα αγαθά του κοινωνικού συνόλου εν γένει και ως εκ τούτου για να αναγνωρισθεί η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση θα πρέπει να αποδεικνύεται κάθε φορά ότι ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος δεν παραβίασε απαγορευτικούς ή επιτακτικούς κανόνες οποιουδήποτε κλάδου δικαίου και όχι μόνο του Ποινικού Δικαίου. Έτσι, ως «μη σύννομη» καταρχήν χαρακτηρίζεται η συμπεριφορά που είναι αξιόποινη, χωρίς όμως να αποκλείεται, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις, να χαρακτηρισθεί ως «μη σύννομη» και η συμπεριφορά που αντιφάσκει εν γένει προς τις επιταγές της εννόμου τάξεως (λ.χ στην περίπτωση πλειόνων ομοειδών σοβαρών αδικοπραξιών ή πλειόνων ομοειδών σοβαρών πειθαρχικών παραπτωμάτων που δεν αποτελούν συγχρόνως και αξιόποινες πράξεις). Επομένως, αν αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε πλείονες σοβαρές αδικοπραξίες που δε συνιστούν παράλληλα και ποινικά αδικήματα, λ.χ περισσότερες από μία φορές στο παρελθόν οδηγώντας εντός κατοικημένης περιοχής υπό την επήρεια οινοπνεύματος που αποκλείει την ικανότητα για ασφαλή οδήγηση και με ταχύτητα κατά πολύ ανώτερη των 50 χλμ/ώρα (50 χλμ/ώρα είναι το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας εντός των κατοικημένων περιοχών σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 ΚΟΚ) προσέκρουσε σε άλλα αυτοκίνητα καταστρέφοντας τα, με απόρροια οι ζημίες που προξένησε να κρίνονται ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας, θα δύναται, ενδεχομένως, να μην του αναγνωρισθεί το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου, παρόλο που η φθορά ξένης ιδιοκτησίας εξ αμελείας δε τιμωρείται ως ποινικό αδίκημα. Το ίδιο θα δύναται να συμβεί και στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε στο παρελθόν πλείονες σοβαρές πειθαρχικές παραβάσεις στην υπηρεσία του ή στο επάγγελμά του, ακόμα και αν αυτές δε τιμωρούνται ως αξιόποινες πράξεις. Άλλωστε το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη του και να αξιολογήσει, για την εκτίμηση του βίου ως «σύννομου», και άλλα αποδεικτικά στοιχεία δυνάμει των άρθρων 177 και 178 ΚΠΔ. Από την άλλη πλευρά, η άρνηση του υπαιτίου, στο παρελθόν, να στηρίξει οικονομικώς συγγενικά του πρόσωπα, η κατασπατάληση της περιουσίας του στον τζόγο, η φιλαργυρία, οι παραβάσεις των υποχρεώσεων συμπαράστασης, στοργής και επίδειξης του επιβαλλόμενου ενδιαφέροντος από τον ένα σύζυγο για τον άλλο ή ακόμα και η παράβαση της υποχρέωσης της συζυγικής πίστης ως απόδειξη της μη έντιμης ατομικής και οικογενειακής του ζωής (βλ. ενδεικτ. ΑΠ 245/2005 ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ, που έκρινε ότι παρά την ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου, ο κατηγορούμενος λόγω της εξωσυζυγικής σχέσης δεν διήγε έντιμο βίο), δε θα δύνανται πλέον να αποκλείσουν την αναγνώριση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, ενόψει και του γεγονότος ότι η παράβαση των συζυγικών υποχρεώσεων δεν αποτελεί αδικοπραξία, με την τεχνική σημασία του όρου και συνεπώς το άρθρο 932 ΑΚ, που αφορά τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, δεν μπορεί να εφαρμοστεί, όταν η προσβολή της προσωπικότητας και η συνακόλουθη ηθική βλάβη προκαλείται από παράβαση συζυγικών υποχρεώσεων (βλ. ΕφΘράκης 67/2015, ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ).
Βέβαια, θα πρέπει με έμφαση να σημειωθεί ότι μη αξιόποινες πράξεις θα μπορούν να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο για τη μη αναγνώριση στον κατηγορούμενο της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης, μόνο εφόσον κρίνονται ιδιαιτέρως σοβαρές (όπως στα ανωτέρω παραδείγματα) και μάλιστα θα πρέπει τούτο να αποτελεί την εξαίρεση ενόψει του ότι ο ίδιος ο ΠΚ ορίζει ότι η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα, ήτοι για μία ήσσονος βαρύτητας και απαξίας αξιόποινη πράξη. Συνεπώς, όταν το δικαστήριο δε μπορεί να λάβει υπόψη, για τη μη αναγνώριση του σύννομου βίου, ένα ελαφρό πλημμέλημα, δε θα δύναται να λάβει υπόψη οποιαδήποτε μη αξιόποινη πράξη, αλλά μόνο εκείνες που μπορούν αντικειμενικώς, δηλαδή με βάση την κοινή αντίληψη, να χαρακτηρισθούν ιδιαιτέρως σοβαρές, μόνο κατ’ εξαίρεση και εφ’ όσον αιτιολογήσει ειδικά και εμπεριστατωμένα την απόφασή του αυτή.
Συμπερασματικά δύο είναι οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση αυτής της ελαφρυντικής περίστασης, μια θετική και μία αρνητική. Η θετική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη λευκού ποινικού μητρώου και η αρνητική η μη απόδειξη από την κατηγορούσα αρχή και το δικαστήριο με πάσα βεβαιότητα της παραβίασης από τον κατηγορούμενο στο παρελθόν επιτακτικών ή απαγορευτικών κανόνων δικαίου και κυρίως της τέλεσης άλλης η άλλων αξιόποινων πράξεων μείζονος βαρύτητας και απαξίας.
Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι η αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου δε δύναται να αποκλεισθεί από μόνο το γεγονός της ιδιάζουσας βαρύτητας του εγκλήματος. Η κρίση για τη συνδρομή των προϋποθέσεων του εν λόγω ελαφρυντικού θεμελιώνεται μόνο σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο του χρόνου τέλεσης του εγκλήματος, στα οποία δεν εμπίπτουν ούτε η φύση ή το είδος, ούτε η βαρύτητα και ο τρόπος τέλεσης του εγκλήματος. Ο Ποινικός Κώδικας δεν εξαιρεί την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων από κανένα έγκλημα, όσο σοβαρό και ειδεχθές και αν είναι. Άλλωστε, ειδικά η εν λόγω ελαφρυντική περίσταση δεν συνδέεται με την πράξη, αλλά με την εν γένει προσωπικότητα του κατηγορουμένου[1].
Ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του πρότερου σύννομου βίου, όπως και οιασδήποτε άλλης, είναι αυτοτελής και το δικαστήριο έχει υποχρέωση να διαλάβει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε περίπτωση απόρριψής του, μόνο αν έχει προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, και έχει αναπτυχθεί προφορικά, δηλαδή με αναφορά σε όλα τα πραγματικά περιστατικά που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν την εν λόγω ελαφρυντική περίσταση. Όταν, όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτώς και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση του, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα με ειδική αιτιολογία για να τον απορρίψει, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απάντησης σε απαράδεκτο ισχυρισμό. Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή του χαρακτηρισμού με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο δεν έχει υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ή να δικαιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή τη ρητή απόρριψη (βλ. ενδεικτ. ΑΠ 772/2018, ΑΠ 35/2015, ΑΠ 602/2013, ΑΠ 916/2008, άπασες δημοσιευθείσες στην ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ). Μάλιστα, οι ελαφρυντικές περιστάσεις αναφέρονται στα στοιχεία της προσωπικότητας του δράστη και συνιστούν λόγο μείωσης της απειλούμενης ποινής και επομένως ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής ελαφρυντικών περιστάσεων παραδεκτώς προβάλλεται από τον ίδιο ή το συνήγορο του μετά την απόφαση για την ενοχή και κατά το στάδιο της συζήτησης για την ποινή (ΑΠ 1615/2005, ΤΝΠ-ΝΟΜΟΣ).
[Ο Χρήστος Στόικος είναι Δικηγόρος στο ΔΣ Έδεσσας]

[1] Βλ. Κ. Κοσμάτο σε Αρ. Χαραλαμπάκη (επιμ.), Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος πρώτος, 2014, σελ. 704-705.

Σχόλια