Η τραγωδία του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου


Γράφει ο Δημήτριος Δούκα Σουφλέρης, Δικηγόρος
Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Χριστουγεννιάτικη ευωχία. Μια κατάρα και μία στενόχωρη ειμαρμένη σκιάζει το πιο κεντρικό σύμβολο των εορτών: το Χριστουγεννιάτικο Δέντρο. Αυτό το όμορφο, καταστόλιστο, χαροποιό σύμβολο των Χριστουγέννων, συνυπάρχει με μια απελπιστική κατάσταση που ζουν τα αδέλφια του, τ’ άλλα δέντρα, σε πόλεις και χωριά, σε δρόμους, πλατείες και άλση, σε κάθε ελεύθερο και δεντροφυτεμένο χώρο του τόπου μας.
Τι εννοούμε με αυτό; Για όσους δεν το κατάλαβαν, για όσους δεν το ψυχανεμίστηκαν, αυτό που υπαινισσόμαστε είναι αυτό που συμβαίνει εδώ και μερικά χρόνια με την λεγόμενη “κλάδευση των δένδρων”. Για λόγους άγνωστους στην επιστήμη αλλά ακόμη και στην κοινή λογική και εμπειρία συμβαίνει μία ασύστολη, αδιάκοπη και επαναλαμβανόμενη κοπή των ψηλών και μεγάλων δέντρων που ζουν στις πόλεις και τα χωριά μας. Γιατί ΝΑΙ,  τα δέντρα ζούνε, είναι ζωντανά πλάσματα. Μάλιστα μεγάλος αριθμός επιστημονικών ερευνών αφήνει να εννοηθεί ότι μπορούν και να αντιλαμβάνονται, να επικοινωνούν ακόμη και κατά κάποιο τρόπο να συναισθάνονται.
(Είναι γνωστό ότι κάποιοι βάζουν στα φυτά τους μουσική να ακούνε).
Όμως τα δέντρα από συνήθως υπεύθυνους για αυτά, τις αυτοδιοικητικές αρχές, αντιμετωπίζονται όχι ως ζωντανά πλάσματα, ούτε ως στοιχεία της αστικής βιόσφαιρας και ως νησίδες και καταφύγια της τοπικής πανίδας. Ούτε αναγνωρίζονται ως οι μεγάλοι παραγωγοί οξυγόνου και ταυτόχρονα οι μεγάλοι δεσμευτές διοξειδίου του άνθρακα[1].  Και βεβαίως παραγνωρίζεται εντελώς ότι κυρίως με το φύλλωμά τους δεσμεύουν και πλήθος άλλων ρύπων[2], σκόνης και ότι ακόμη μειώνουν την ηχητική ρύπανση.
Οι διάφοροι τοπικοί άρχοντες και οι δήθεν υπηρεσίες των δήμων τους θεωρούν τα δέντρα ως πρόβλημα που πρέπει να περιορίσουν και ως κίνδυνο που χρειάζεται να αντιμετωπίσουν. Τα φύλλα που πέφτουν λερώνουν (χάθηκαν οι σκούπες;), οι ρίζες σηκώνουν τα πεζοδρόμια (λες και είναι τόσο δύσκολο να έχουν ένα λάκκο γύρω τους και ένα άνοιγμα και να μην τα πνίγει το τσιμέντο). Και το χειρότερο όλων: αν πέσει κανένα κλαδί μπορεί να τραυματίσει κανένα άνθρωπο...
Και τότε ποια είναι η λύση; Η λύση είναι απλή: κόβουμε τα κλαδιά. Όλα, κάθε χρόνο, κάθε φορά που μεγαλώνουν λίγο και αναπτύσσονται παραπάνω. Και επειδή τα δέντρα  για να ζήσουν έχουν ανάγκη τα κλαδιά τους, άρα αναγκάζονται να βγάζουν άλλα στη θέση των αρχικών και πλέον  σακατεμένων, αυτή την κοπή, αυτό τον βάρβαρο ακρωτηριασμό τον επαναλαμβάνουν συνεχώς αν όχι κατ΄ έτος τουλάχιστον ανά διετία.
Αποτελέσματα αυτών των εντελώς αντιπεριβαλλοντικών, αντιεπιστημονικών[3] και σαφώς μη δενδροκομικών πρακτικών είναι τα ακόλουθα.
Τα δέντρα ζουν το μεγαλύτερο χρόνο της ζωής τους χωρίς την φυσική τους κόμη, άρα χωρίς την δυνατότητα να ζουν μια κανονική ζωή και να φωτοσυνθέτουν στο πλήρες δυναμικό τους. Αυτό όμως εμάς επιβαρύνει, στερώντας μας το οξυγόνο και αφήνοντας το διοξείδιο του άνθρακα αδέσμευτο. Τα πουλιά που ζουν στη φυλλωσιά τους και όλα τ΄ άλλα ζουζούνια μένουν συνεχώς χωρίς σπίτι, ζουν μια συνεχή προσφυγιά και ξενιτεμό. Φυσικά με την απώλεια της κόμης των δέντρων χάνουμε και τις άλλες εξ αυτής ωφέλειες, όπως την απορρύπανση, την ηχομόνωση κλπ. Τέλος, επειδή δια μέσω των φύλλων γίνεται η εξατμισοδιαπνοή και επειδή αυτή σύμφωνα με πολλαπλώς τεκμηριωμένη θέση ευθύνεται για το 40-50% της υγρασίας της ατμόσφαιρας, συνεπώς και των νεφών και της βροχής και εν γένει του μικροκλίματος (φυσικά και του κλίματος εν όλω) με τις πρακτικές αυτές  συντείνουμε στα γνωστά και υπαρκτά προβλήματα της ξηρασίας και της μείωσης του διαθέσιμου γλυκού νερού.
Το δέντρο στη θέση των χαμένων κλαδιών του προσπαθεί να εκπτύξει νέα. Αν το είδος το επιτρέπει αυτό, μπορεί να τα καταφέρει. Όμως τα κλαδιά αυτά επειδή δεν ακολουθούν την φυσική γεωμετρία  του φυτού και αναπτύσσονται ως κολοβώματα, είναι λιγότερο γερά και  υγιή, σπάζουν πιο εύκολα, είναι πολυπληθέστερα αλλά μικρότερα και φτωχότερα σε αριθμό φύλλων κλπ. Τελικά εφ΄ όσον ξεκινήσει κανείς την πρακτική της κλάδευσης είναι καταδικασμένος να την επαναλαμβάνει σισύφεια και ατελέσφορα. Ακόμη από τις τομές, συνήθως μεγάλες και δημιουργημένες με εντελώς ακατάλληλα για κλάδευση εργαλεία[4] (μηχανοκίνητα πριόνια που φυσικά ποτέ δεν απολυμαίνονται), από τις τομές λοιπόν αυτές είναι εύκολη η μόλυνση του δέντρου από παθογόνους μικροοργανισμούς, που από τις τομές βρίσκουν εύκολη πρόσβαση στο εσωτερικό του κορμού. Αυτό έχει ως συνέπεια τις ασθένειες, την χειρότερη υγεία του δέντρου και δυστυχώς τελικά σε πολλές περιπτώσεις την ξήρανσή του.
Ας επισημάνουμε εδώ τις εξής πολύ σημαντικές αλήθειες:
Η πρακτική της κλάδευσης δεν είναι επιτρεπτή σε ορισμένα δέντρα, είναι απαγορευμένη σε πολλά και σαφώς σε κανένα δεν είναι απαραίτητη ή ιδιαίτερα ωφέλιμη. Ακόμη και η στην γεωργία χρήση της ελέγχεται από κάποιες γεωπονικές και δενδροκομικές θεωρίες ως λανθασμένη ή υπερβολική. Και σε κάθε περίπτωση εκεί γίνεται για πολύ διαφορετικούς λόγους και στην πραγματικότητα είναι μια από τις πιο δύσκολες γεωργικές τέχνες.
Η κλάδευση πρέπει να γίνεται με πολύ αυστηρούς όρους και προϋποθέσεις και σύμφωνα με την Ελληνική Τεχνική Περιγραφή ΕΛΟΤ ΤΠ 1501-10-06-04-01 (ΦΕΚ Β΄ 35262/2009-12-23).
Κανείς δεν θα αρνείτο την επιλεκτική κλάδευση άρρωστων, σάπιων ή επικίνδυνων κλαδιών (πχ λόγω ηλεκτροφόρων καλωδίων). Όμως αυτό πρέπει να γίνεται από εξειδικευμένα συνεργεία, μετά από συγκεκριμένη και τεκμηριωμένη τεχνική έκθεση υπό την επίβλεψη γεωπόνων ή αρμόδιων υπηρεσιών.
Και βεβαίως πρέπει να ακολουθούνται όλοι οι όροι νομιμότητας πριν από το κλάδεμα φυτών και κυρίως δέντρων του αστικού ή  περιαστικού πράσινου. Δηλαδή πρέπει να υπάρχει απόφαση του αυτοδιοικητικού οργάνου, άδεια του δασαρχείου, έγκριση εργασιών μικρής κλίμακας από την πολεοδομική υπηρεσία.
Αν δεν αλλάξει κάτι σε αυτή την ανόητη και κακότροπη κατάσταση, τότε σε λίγα χρόνια, το αρνητικό πανευρωπαϊκό προνόμιο που έχουμε, το να ζούμε σε πόλεις με τη μικρότερη αναλογία πράσινου ανά κάτοικο, θα μετατραπεί στο παγκόσμιο ρεκόρ να ζούμε στα περισσότερο άδεντρα αστικά σύνολα του προηγμένου κόσμου[5].
Και τότε αλήθεια τα χριστουγεννιάτικα δέντρα που θα στολίζουμε στα σπίτια και τις πόλεις μας θα παραπέμπουν πλέον σε μυθικές και φανταστικές έννοιες, όπως οι Καλικάντζαροι, ο Αη-Βασίλης με τα κόκκινα, το έλκηθρο και τους τάρανδους και όλη αυτή τη σύγχρονη χριστουγεννιάτικη μυθολογία του φανταστικού. Καιρός είναι ν΄ αφήσουμε το χριστουγεννιάτικο δέντρο να 'χει ζωντανούς συγγενείς να ζουν κοντά του, δίπλα του, μέσα στα πάρκα, τα πεζοδρόμια και τους δρόμους των πόλεων και των χωριών μας.
Ειδάλλως πολύ φοβάμαι ότι μέσα στην ωραιότητα των Χριστουγέννων θα ζούμε δύο άτοπα: Τα χωρίς Χριστό Χριστούγεννα[6] και το χωρίς δέντρο Χριστουγεννιάτικο δέντρο.

*Το ζωγραφισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο είναι της Κατερίνας Σουφλέρη και η φωτογραφία από “κλάδεμα” ευκαλύπτων με τον συνηθισμένο τρόπο (στην περίπτωση της φωτ/φίας από πάρκο της Χαλκίδας, άνοιξη '19) είναι του συγγραφέα.
Το κείμενο αφιερώνεται σε αυτούς που με έμαθαν να αγαπώ και να σέβομαι τα δέντρα και σ' αυτούς που προσπαθώ να τους περάσω το ίδιο...

[1]Μαζί με τους ωκεανούς της γης.
[2]Πραγματικών ρύπων, γιατί το CO2 είναι φυσικό συστατικό της ατμόσφαιρας και όχι ρύπος.
[3]Αντί πολλών βλ. τις θέσεις της αποκαλούμενης φυσικής καλλιέργειας που δεν συνιστά την κλάδευση ακόμη και για τα καρποφόρα δέντρα, σχετικά στο βιβλίο Η ΘΕΩΡΙΑ ΚΑΙ Η ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΤΗΣ ΠΡΑΣΙΝΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ του FUKUOKA MASANOBU, εκδοτική Αιγινίου, 1995.
[4]“Κατά κανόνα τα αλυσοπρίονα δεν είναι κατάλληλα για κλάδεμα ζωντανών φυτικών ιστών. Ενδείκνυται κυρίως για την υλοτόμηση δέντρων ή την παραγωγή καυσόξυλων” ΕΛΟΤ ΤΠ 1501-10-06-04-01:2009 στο 3.6, σελ. 9.
[5]Αρκεί να δει στοιχεία κανείς για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και να τα συγκρίνει με τα ισχύοντα για την Αθήνα, την Θεσσαλονίκη και τις άλλες πόλεις μας.
[6]Ενδεικτικά για το θέμα βλ. το σχετικό και ομώνυμο άρθρο στο περιοδικό manifesto – ΠΟΛΙΤΙΚΗ-ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ, τ. 21, Δεκέμβριος 2010.

Σχόλια

Ο χρήστης Ανώνυμος είπε…
Παρά πολύ ωραίο κείμενο. Έπεσα τυχαία πάνω του ψάχνοντας για το χριστουγεννιάτικο δέντρο. Συμφωνώ απόλυτα με τα όσα γράφονται. Πολύ ιδιαίτερη η σύνδεση του χριστουγεννιάτικου δέντρου με τα αληθινά που δεν σεβόμαστε πλέον.
Ο χρήστης Unknown είπε…
πολύ καλό Δημήτρη.