Δευτέρα, 16 Νοεμβρίου 2015

Διορισμός διερμηνέα εκτός του οικείου πίνακα σε ποινική δίκη. Έλλειψη αιτιολογίας. Απόλυτη ακυρότητα

ΑΠ 697/2014 (ποιν.) - Έλλειψη αιτιολογίας σε διάταξη προέδρου δικαστηρίου για διορισμό διερμηνέα εκτός του οικείου πίνακα. Απόλυτη ακυρότητα. «Κατά το άρθρο 233 παρ.1 και 2 του ΚΠΔ, όπως η δεύτερη παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 10 ν. 2408/1996, ορίζεται ότι "όταν πρόκειται να εξεταστεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, εκείνος που διενεργεί την ανάκριση ή εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση διορίζει διερμηνέα (παρ.1). Ο διορισμός του διερμηνέα γίνεται από πίνακα που καταρτίζεται από το συμβούλιο πλημμελειοδικών, ύστερα από πρόταση του εισαγγελέα του μέσα στο τρίτο
δεκαήμερο του μηνός Σεπτεμβρίου κάθε χρόνου από πρόσωπα που διαμένουν ή εργάζονται στην έδρα του και κατά προτίμηση από δημοσίους υπαλλήλους. Ο πίνακας υποβάλλεται στον εισαγγελέα εφετών, που ως το τέλος του Οκτωβρίου έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το συμβούλιο εφετών τη μεταρρύθμισή του... Κάθε χρόνο ισχύει, ωσότου συνταχθεί νέος πίνακας , ο πίνακας που συντάχθηκε το προηγούμενο έτος. Σε εξαιρετικά επείγουσες περιπτώσεις και εφόσον δεν είναι δυνατό να διοριστεί διερμηνέας από εκείνους που είναι εγγεγραμμένοι στον σχετικό πίνακα, μπορεί να διορισθεί διερμηνέας και πρόσωπο που δεν περιλαμβάνεται σ' αυτόν (παρ.2)".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς το τελευταίο εδάφιο του άρθρου 139 ΚΠΔ, που προστέθηκε επίσης με τον ανωτέρω νόμο 2408/1996 και ορίζει ότι "αιτιολογία απαιτείται σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, τα βουλεύματα και τις διατάξεις, ανεξάρτητα του αν αυτό απαιτείται ειδικά από τον νόμο, ή αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε", προκύπτει ότι και η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το ανωτέρω άρθρο 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι συνέτρεχαν συγκεκριμένοι λόγοι αδυναμίας εξεύρεσης και διορισμού διερμηνέα εκ του υπάρχοντος οικείου πίνακα διερμηνέων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών.
Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 138 παρ.2, 3 και αυτές του άρθρου 171 παρ.1 εδ. β' και δ' του ΚΠΔ, συνάγεται ότι δεν επιτρέπεται να εκδίδεται απόφαση ή οποιαδήποτε διάταξη του δικαστή κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αν προηγουμένως δεν προτείνει ο εισαγγελέας, ακουσθούν δε και οι παρόντες διάδικοι. Η παράλειψη της προηγούμενης ακροάσεως είτε του Εισαγγελέα, είτε ειδικά του κατηγορουμένου, επιφέρει απόλυτη ακυρότητα κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1 β', δ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Η διάταξη του διευθύνοντος τη συζήτηση σε ποινική δίκη, με την οποία ορίζεται απλώς διερμηνέας, κατά το παραπάνω άρθρο 233 παρ.1 και 2 ΚΠΔ, όταν πρόκειται να εξετασθεί κατηγορούμενος, αστικώς υπεύθυνος ή μάρτυρας που δεν γνωρίζει επαρκώς την Ελληνική γλώσσα, υποχρεωτικά από τον οικείο επίσημο πίνακα διερμηνέων του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που εγκρίνεται από το Συμβούλιο Εφετών με τη διαδικασία και τις εγγυήσεις που ορίζει ο νόμος κατά το άρθρο 232 παρ. 2 του ΚΠΔ., δεν συνιστά διάταξη κατά την έννοια του άρθρου 138 ΚΠΔ και δεν χρειάζεται να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή τον κατηγορούμενο, ούτε απαιτείται κάποια αιτιολογία αυτής.
Όμως αντίθετα, η διάταξη του διευθύνοντος, με την οποία διορίζεται ως διερμηνέας για την εξέταση μάρτυρος ή κατηγορουμένου που αγνοούν την Ελληνική γλώσσα, πρόσωπο μη περιλαμβανόμενο στον οικείο πίνακα, χάριν της αντικειμενικής διερμήνευσης, σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όταν δεν είναι δυνατό να διορισθεί διερμηνέας από εκείνους που είναι ελεγμένοι και εγγεγραμμένοι στον οικείο πίνακα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου αν περιέχει την επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ.3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και χρειάζεται επί πλέον να δοθεί προηγουμένως ο λόγος στον Εισαγγελέα ή στον κατηγορούμενο ή στο συνήγορό του, για να εκφράσουν τις απόψεις τους και τυχόν αντιρρήσεις τους για το συγκεκριμένο διορισμό διερμηνέα, οπότε σε περίπτωση που διορισθεί διερμηνέας αλλοδαπού μάρτυρος εκτός του πίνακα και δε δοθεί ο παραπάνω λόγος στον κατηγορούμενο για να εκφράσει τυχόν αντίρρησή του για το συγκεκριμένο εκτός πίνακα διορισμό διερμηνέα μάρτυρος, επέρχεται παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου και δη των υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεων των άρθρων 6 και 14 της ΕΣΔΑ και επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας από τη μη ακρόαση του κατηγορουμένου, κατά το ανωτέρω άρθρο 171 παρ.1 β', δ' ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης (σελ. 20 και 21), κατά την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη απόφαση, μετά την έναρξη της συζητήσεως, την εκφώνηση του ονόματος της κατηγορουμένης, την εξέταση μαρτύρων και την ανάγνωση των εγγράφων προσήλθαν προς εξέταση οι αλλοδαποί μάρτυρες της πολιτικής αγωγής A. V. O. και A. E., και ο πρόεδρος του δικαστηρίου που διεύθυνε τη συζήτηση, χωρίς να δώσει προηγουμένως το λόγο στον εισαγγελέα της έδρας ή στους δύο παρισταμένους συνηγόρους της κατηγορουμένης, χωρίς οιαδήποτε αιτιολογία, χωρίς καν να διερευνήσει την εθνικότητα και ποία ήταν η μητρική γλώσσα των άνω μαρτύρων, χωρίς να αναζητήσει διερμηνέα από τον οικείο πίνακα διερμηνέων και χωρίς να διαπιστώσει την άκαρπη προσπάθεια και την αδυναμία διορισμού κάποιου από τον πίνακα, προέβη, με μόνη αναφορά " επειδή ο πρόεδρος αντιλήφθηκε ότι οι μάρτυρες δεν ομιλούν την Ελληνική γλώσσα, αλλά τη Γαλλική γλώσσα, διόρισε διερμηνέα τον Α. Π., ο οποίος βρισκόταν στο ακροατήριο". 
Κατόπιν ο ανωτέρω διερμηνέας, ορκίσθηκε στο Ιερό Ευαγγέλιο, σύμφωνα με το άρθρο 236 ΚΠΔ, "ότι θα διερμηνεύσει την απολογία του κατηγορουμένου και αυτά τα οποία θα λεχθούν κατά την παρούσα δίκη, από την Ελληνική στην Γαλλική γλώσσα και αντίστροφα" και στη συνέχεια εξετάσθηκαν οι παραπάνω δύο αλλοδαποί μάρτυρες δια του άνω διερμηνέα, οι δε καταθέσεις αυτές συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο για την ενοχή της κατηγορουμένης. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στην παραπάνω περίπτωση διορισμού διερμηνέα για εξέταση των δύο αλλοδαπών μαρτύρων μάλιστα της πολιτικής αγωγής που αγνοούσαν την Ελληνική γλώσσα, ήταν αναγκαίο να γίνει προσπάθεια ανεύρεσης και διορισμός προσώπου μέσα από το οικείο πίνακα διερμηνέων, και μόνον αν συνέτρεχε άκαρπη προσπάθεια και αδυναμία διορισμού από τον οικείο πίνακα, μπορούσε να διορισθεί διερμηνέας οιοσδήποτε εκτός του πίνακα, ακόμη και παρευρισκόμενος στο ακροατήριο, αλλά στην τελευταία αυτή περίπτωση έπρεπε να ακουσθεί ο εισαγγελέας της έδρας και η κατηγορουμένη ή οι συνήγοροί της και να αιτιολογείται ειδικά ο λόγος που δικαιολογούσε τον εκτός πίνακα διορισμό. Έτσι από τις παραπάνω παραλείψεις του προέδρου του δικαστηρίου και το διορισμό διερμηνέα προσώπου που βρισκόταν στο ακροατήριο, εκτός του οικείου πίνακα διερμηνέων, επήλθε παραβίαση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων της κατηγορουμένης και απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας .
Επομένως ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως της κρινόμενης αιτήσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α και Δ του ΚΠΔ, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας, με την ειδικότερη αιτίαση ότι η διάταξη του Προέδρου του δικάσαντος Εφετείου, περί διορισμού διερμηνέα εκτός του οικείου πίνακα, εκδόθηκε χωρίς προηγουμένως να δοθεί ο λόγος στην κατηγορούμενη-αναιρεσείουσα για να εκθέσει τις απόψεις της και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας της διατάξεως του προέδρου περί διορισμού διερμηνέα εκτός πίνακα, είναι βάσιμος»
. (areiospagos.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Διαβάστε επίσης:

Τροποποίηση απόφασης για το δικαίωμα επιμέλειας, επικοινωνίας και τις υποχρεώσεις διατροφής ανήλικου τέκνου. Διεθνής δικαιοδοσία

Σύμφωνα με την πρόταση (1ης Δεκεμβρίου 2016) του Γεν.Εισαγγελέα του ΔΕΕ στην Υπόθεση C‑499/15, το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003,...