Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Αναγνώριση ελαφρυντικού μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς. Αιτιολογία απόρριψης αυτοτελούς ισχυρισμού

AΠ 469/2014: Αναγνώριση ελαφρυντικού μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς. Αιτιολογία απόρριψης αυτοτελούς ισχυρισμού. «…Η κατά τα άνω επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας
για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, υπό την προϋπόθεση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί έχουν προβληθεί κατά τρόπο σαφή και ορισμένο (Ολ.Α.Π. 2/2005, 1716/1990). Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός είναι και εκείνος, που προβάλλεται από τον κατηγορούμενο για συνδρομή στο πρόσωπό του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ.2 Π.Κ., αφού η παραδοχή της οδηγεί, κατά την παράγρ. 1 του αυτού άρθρου, στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το ανωτέρω άρθρο 84 παρ.2 Π.Κ. θεωρείται, μεταξύ άλλων, το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του (περ. ε'). Για να συντρέξει, όμως, η ελαφρυντική αυτή περίσταση, υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, πρέπει η συμπεριφορά του να είναι θετική και επωφελής για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη και να αναφέρονται πραγματικά περιστατικά δηλωτικά της αρμονικής κοινωνικής συμβιώσεως του δράστη, από τα οποία να προκύπτει σαφής μεταστροφή του χαρακτήρα του, μη αρκούσης της απλής καλής και συνήθους συμπεριφοράς και δη εργασίας και ομαλής οικογενειακής ζωής χωρίς παραβατικότητα και μόνον, διότι η καλή συμπεριφορά δεν νοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Απαιτείται, δηλαδή, για την αναγνώριση του ανωτέρω ελαφρυντικού, συγκεκριμένη, μετά την πράξη, θετική προσωπική, κοινωνική και επαγγελματική συμπεριφορά, η οποία να είναι ενδεικτική όχι μόνον ελλείψεως παραβατικότητας, διότι σε τέτοια περίπτωση αυτός που δεν τέλεσε κάποια αξιόποινη πράξη μετά την αποκάλυψη της παράνομης δραστηριότητάς του, θα είχε εξασφαλισμένη την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, αλλά ατόμου, το οποίο αποτίναξε το παρελθόν, άλλαξε τρόπο ζωής, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει, όταν εξακολουθεί να ζει όπως και πριν, εξαιρουμένης της παραβιάσεως των νόμων και ιδιαίτερα του Ποινικού Κώδικα
Περαιτέρω, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, δια του εκπροσωπήσαντος αυτόν στο ακροατήριο, κατ' άρθρ. 340 παρ.2 Κ.Ποιν.Δ., συνηγόρου του, προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνωρίσεως στο πρόσωπό του της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη (από το άρθρ. 84 παρ.2 ε' Π.Κ.), τον οποίο κατέθεσε εγγράφως και ανέπτυξε προφορικά, κατά τα διαλαμβανόμενα σ' αυτήν. Το Δικαστήριο απέρριψε το αίτημα τούτο με την ακόλουθη αιτιολογία: " Από την κατάθεση του μάρτυρα που εξετάσθηκε ενώπιον του δικαστηρίου τούτου και την ανάγνωση των εγγράφων που αναφέρονται στα πρακτικά και την όλη αποδεικτική διαδικασία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν ο αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2ε ΠΚ, καθόσον δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που να υποδηλώνουν ότι ο κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί τις συνέπειες της πράξης του, έχει μεταστραφεί ψυχικά και ηθικά, ότι αποδέχτηκε τους κανόνες της αρμονικής κοινωνικής ζωής και ότι απέχει από κάθε επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά για μεγάλο σχετικά διάστημα μετά την πράξη του". Η ανωτέρω αιτιολογία είναι πλήρης, ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρονται σ' αυτήν τα αποδεικτικά μέσα κατά το είδος τους (κατάθεση μάρτυρα, αναγνωσθέντα έγγραφα κλπ), από τα οποία το Δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε τα εκτεθέντα περιστατικά και κατέληξε στην ανωτέρω κρίση του χωρίς να παρίσταται αναγκαία, κατά νόμο, η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τί προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα ούτε και η συγκριτική στάθμιση, η μεταξύ τους αξιολογική συσχέτιση και ανάλογη δικαιοδοτική εκτίμησή τους, στη συνέχεια δε με επάρκεια έκρινε ανελέγκτως, ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκαν οι κατά τα άνω απαιτούμενες προϋποθέσεις προς χορήγηση του προαναφερθέντος ελαφρυντικού. Επομένως, ο μοναδικός, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ., λόγος αναιρέσεως, περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, ως προς την απόρριψη του παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι αβάσιμος». (areiospagos.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Διαβάστε επίσης:

Τροποποίηση απόφασης για το δικαίωμα επιμέλειας, επικοινωνίας και τις υποχρεώσεις διατροφής ανήλικου τέκνου. Διεθνής δικαιοδοσία

Σύμφωνα με την πρόταση (1ης Δεκεμβρίου 2016) του Γεν.Εισαγγελέα του ΔΕΕ στην Υπόθεση C‑499/15, το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003,...