Γυναικοκτονία: Έγκλημα βασιζόμενο στο φύλο & η νομοθετική ανεπάρκεια

Του Παναγιώτη Γάργαλη, Δικηγόρου-Διαπιστευμένου Διαμεσολαβητή 

Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις, κατά τις οποίες η Δικαιοσύνη, καλείται να αντιμετωπίσει θανάσιμες εγκληματικές ενέργειες, που διαπράχθηκαν κατά του γυναικείου φύλου, στηριζόμενες στο γεγονός, ότι τα θύματα ήταν γυναίκες.

Δεν είναι λίγα τα περιστατικά, κατά τα οποία η ανθρωπότητα, βρέθηκε και εξακολουθεί μέχρι τις μέρες μας να βρίσκεται αντιμέτωπη με τέτοιου είδους αποτρόπαια εγκλήματα, υπενθυμίζοντας μας τις βαθιά ριζωμένες, ρατσιστικής και σεξιστικής φύσεως κοινωνικές αντιλήψεις, το διαχρονικό πρόβλημα της έμφυλης διάκρισης και την ανάγκη για προληπτική και/ή κατασταλτική αντιμετώπιση του φαινομένου.

Η ανθρωποκτονία εκ προθέσεως μίας γυναίκας, που ως βάση της έχει το φύλο ή όπως συνηθίζεται να αποκαλείται η “Γυναικοκτονία”, ως νομικός όρος, εντοπίζεται για πρώτη φορά το 1801, ενώ μόλις το 1976, αποκτά την υφή διακριτού εγκλήματος από την εγκληματολόγο Diane E.H. Russel.

Ως Γυναικοκτονία, ορίζεται η εγκληματική πράξη της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως μίας γυναίκας, με βασικό αίτιο το φύλο. Αποτελεί,  μία ακραία μορφή έμφυλης και σεξιστικής βίας, η οποία διαπράττεται, με κίνητρο την άσκηση κοινωνικού ελέγχου στο σώμα και τις επιλογές του ατόμου[1]

Ειρήσθω εν παρόδω, ως όρος εντοπίζεται ανά τον κόσμο σε διάφορες εκδοχές, υιοθετούμενος, από αρκετούς διεθνείς οργανισμούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, ο οποίος διακρίνει τη γυναικοκτονία σε μορφές όπως, η γυναικοκτονία ως έγκλημα τιμής, η γυναικοκτονία που αφορά την προίκα, η μη οικεία γυναικοκτονία ( περιπτώσεις σεξουαλικής επίθεσης ή φονικού μισογυνισμού) κ.α.

Ο δράστης, πρώην ή νυν σύζυγος και/ή σύντροφος του θύματος, ασκεί συνήθως μία μακροχρόνια κακοποιητική συμπεριφορά προς το θύμα, που συχνά βρίσκεται σε οικονομική αδυναμία [2]. Ως εκ τούτου, η εν λόγω ενέργεια δεν αποτελεί (συνήθως) μεμονωμένο περιστατικό, αφού τα θύματα, στις πλείστες των περιπτώσεων, έχουν υπεισέλθει στη βάσανο ενός ατέρμονου κύκλου ενδοοικογενειακής βίας, που ως κατάληξη, έχει την αφαίρεση της ζωής.

Αξιοσημείωτο παρουσιάζεται το γεγονός, ότι στην πλειονότητα των περιπτώσεων, τα θύματα σκόπευαν να εγκαταλείψουν τον δράστη ή το είχαν ήδη πράξει, με σκοπό την προστασία της σωματικής τους ακεραιότητας, της σωματικής ακεραιότητας των ανήλικων τέκνων τους ή ακόμα και την προστασία της ζωής των υπόλοιπων μελών της οικογένειας.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, συχνά είναι που εντοπίζουμε το φαινόμενο, ο δράστης να σκοτώνει το θύμα, θεωρώντας ότι αυτό αποτελεί κτήμα του, αφαιρώντας ακόμα και τη ζωή σε υπόλοιπα μέλη της οικογένειας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί η υπόθεση της Γαβριέλα Αλκαϊνο στη Χιλή, η οποία το 2018, βρέθηκε δολοφονημένη μαζί με τη μητέρα της στο σπίτι τους. Η Γαβριέλα και η μητέρα της, είχαν δολοφονηθεί από τον ενήλικο πρώην σύντροφο της ανήλικης, Φαμπιάν Κάσερες, ο οποίος δεν μπορούσε να δεχτεί το τέλος της σχέσης τους. 

Η συγκεκριμένη εγκληματική ενέργεια, δεν θεωρήθηκε γυναικοκτονία, αφού εξέλειπε το στοιχείο της συμβίωσης του ζευγαριού, με αποτέλεσμα, η εν λόγω υπόθεση, να αποτελέσει το εφαλτήριο για την τροποποίηση της σχετικής Νομοθεσίας και την προσθήκη στο Νόμο, της περίπτωσης γυναικοκτονίας σε προσωπικές σχέσεις, χωρίς να υφίσταται το στοιχείο της συμβίωσης.

Σήμερα, ως νομικός όρος, η Γυναικοκτονία εντοπίζεται σε κράτη της Λατινικής Αμερικής, σε αντίθεση με την Ευρώπη, από την οποία εκλείπει το νομικό πλαίσιο.[3]

Στην Κυπριακή έννομη τάξη, η γυναικοκτονία ως διακριτό ποινικό αδίκημα, έγινε προσπάθεια να εισαχθεί κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2020, με την Πρόταση Νόμου της νυν Προέδρου της Βουλής και το άρθρο 208Α του περί Ποινικού Κώδικα (Τροποποιητικού) (Αρ.3) Νόμου του 2020 (Ν.134 (Ι)/2020). Σύμφωνα με τις διατάξεις του συγκεκριμένου άρθρου της Πρότασης Νόμου:

“Όποιος επιφέρει το θάνατο γυναίκας ή κοριτσιού με παράνομη πράξη ή παράλειψη και-

α) όποιος είχε, έχει ή επιδίωξε να έχει προσωπικήσχέση με το θύμα, είτε αυτοί συζούν ή συζούσαν, είτε όχι ή  

β) όποιος είναι μέλος της οικογένειας του θύματος είτε συζεί ή συζούσε με το θύμα, είτε όχι ή

γ) το κίνητρο για την πράξη ή την παράλειψη αποδίδεται σε λόγους τιμής, στην προστασία της υπόληψης της οικογένειας της ή της οικογένειας του προσώπου αυτού ή σε θρησκευτικές πεποιθήσεις ή

δ) η πράξη ή η παράλειψη, διαπράχθηκε στο πλαίσιο πρακτικής ακρωτηριασμού των γεννητικών οργάνων κοριτσιού ή

ε) η πράξη ή η παράλειψη, διαπράχθηκε στο πλαίσιο οποιωνδήποτε περιστάσεων αποδίδονται σε άνιση σχέση μεταξύ του προσώπου αυτού και του θύματος ή σε οποιασδήποτε μορφής διάκριση βάσει φύλου εναντίον του θύματος, είτε υπήρχε προσωπική σχέση μεταξύ τους, είτε όχι, είναι ένοχος του αδικήματος της γυναικοκτονίας και υπόκειται σε φυλάκιση διά βίου”.

Ως φαίνεται από το περιεχόμενο του άρθρου, η Πρόταση Νόμου αποσκοπούσε σε μία μακροσκελή σκιαγράφηση των περιπτώσεων που μία ανθρωποκτονία, μπορεί να θεωρηθεί γυναικοκτονία, συμπεριλαμβάνοντας αρκετές, αλλά όχι εξαντλητικές περιπτώσεις.

Σκοπός της εν λόγω τροποποίησης και προσθήκης του άρθρου, αποτελούσε με βάση την Αιτιολογική Έκθεση, “η συμπερίληψη διατάξεων, που να προβλέπουν τα συστατικά στοιχεία της γυναικοκτονίας”, όχι για την επιβολή αυστηρότερων ποινών (αφού προβλεπόταν η αυστηρότερη των ποινών),  αλλά καθαρά, για στατιστικούς σκοπούς και/ή σκοπούς υποβοήθησης του έργου των αρμόδιων αρχών, στο πλαίσιο της ταξινόμησης των ανθρωποκτονιών.

Παρά τις σχετικές προσπάθειες, εντούτοις μέχρι σήμερα δεν έχει εισαχθεί στην Κυπριακή Νομοθεσία η σχετική διάταξη, με αποτέλεσμα, οι όποιες εγκληματικές ενέργειες τέτοιου είδους, να συμπεριλαμβάνονται στο κοινό ποινικό αδίκημα της ανθρωποκτονίας.

Το ίδιο ισχύει και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Ελλάδα, όπου η εν λόγω πράξη, μπορεί να ενταχθεί στο πλαίσιο της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως του κοινού ποινικού κώδικα, ή στο πλαίσιο της νομοθεσίας για την ενδοοικογενειακή βία, μέσω της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως, ή της θανατηφόρας σωματικής βλάβης του κοινού ποινικού κώδικα.[4]

Οι νέοι ρυθμοί ζωής και τα σημερινά δεδομένα καθημερινής διαβίωσης που προκύπτουν συνεπεία της πανδημίας covid-19, καθιστούν αναγκαία την ένταξή του όρου στο κυπριακό νομικό σύστημα, ως διακριτό ποινικό αδίκημα. Τα κατά καιρούς στατιστικά δεδομένα που προκύπτουν από την άσκηση ενδοοικογενειακής βίας και η επικινδυνότητα για κορύφωση των εν λόγω συμπεριφορών με την αφαίρεση της ζωής, υπαγορεύουν την επιτακτική προσπάθεια για εκσυγχρονισμό της κείμενης Νομοθεσίας, την εναρμόνισή της με τα παγκόσμια πρότυπα και ιδίως, με τα όσα πρεσβεύει η Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης.

Στόχο, δεν πρέπει να αποτελεί μόνο η στατιστική προσέγγιση του φαινομένου, αλλά παράλληλα η προσπάθεια για προληπτική δράση και αντιμετώπισή του, προτού η οποιαδήποτε σχετική πράξη, καταστεί μοιραία για την όποια γυναίκα, το όποιο κορίτσι αυτής της κοινωνίας. Δεν είναι τυχαία, άλλωστε,  η φράση του Ιπποκράτη “κάλλιον του θεραπεύειν το προλαμβάνειν”.

Στην  προσπάθεια της πρόληψης, σημαντικό σημείο αναφοράς, αποτελούν τα Οικογενειακά Δικαστήρια της Κύπρου, τα οποία μπορούν να παρέμβουν δραστικά, με σκοπό την προστασία όλων αυτών των θυμάτων, διασώζοντας θεμελιώδη κατοχυρωμένα δικαιώματα, όπως είναι το δικαίωμα στη ζωή ή το δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Προς τούτο, κρίνεται επιβεβλημένη η τροποποίηση και/ή ο εκσυγχρονισμός της ισχύουσας μέχρι σήμερα νομοθεσίας και των σχετικών κανόνων του οικογενειακού δικαίου, προβλέποντας άμεσα και ειδικά (για τον σκοπό αυτόν) νομικά διαβήματα, με προληπτική παρέμβαση του Οικογενειακού Δικαστή.

Το  ίδιο ισχύει και για τη σχετική νομοθεσία που αφορά τη Βία κατά του Γυναικείου Φύλου και την Ενδοοικογενειακή Βία, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει το έγκλημα της Γυναικοκτονίας, ως διακριτό ποινικό αδίκημα, θέτοντας φραγμούς, στην αλυσιδωτή προσπάθεια των δραστών για καταστροφική συμπεριφορά εις βάρος των θυμάτων τους.

Ως έχει αναφερθεί από τον υποφαινόμενο, μείζονος σημασίας, αποτελεί η συμβολή των Αρχών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με τη θέσπιση ειδικών τμημάτων προληπτικής επέμβασης. Η διαδημοτική και διακοινοτική συνεργασία, θα μπορούσε να συνδράμει ενεργά, στην πολυεπίπεδη αντιμετώπιση του φαινομένου, θέτοντας φραγμούς στους δράστες τέτοιου είδους αδικημάτων.

Ο κίνδυνος είναι ορατός και καθημερινός. Σανίδα σωτηρίας, η ορθή, λειτουργική και υπαρκτή νομοθέτηση!

* O Παναγιώτης Γάργαλης είναι δικηγόρος και διαπιστευμένος διαμεσολαβητής στην Κύπρο

(το άρθρο αναδημοσιεύεται από το Cylegalnews.com)


[1] https://diotima.org.gr/orologies

[2] Όπως πιο πάνω υποσημ.1

[3] Γυναικοκτονίες: διαπιστώσεις, ερωτήματα και ερωτηματικά, Τετραδια Κοινωνικής Πολιτικής, Ειδικό Τεύχος 4, εκδόσεις Gutenberg, Αθηνα, 2020.

[4] Όπως πιο πάνω υπο ση.3

 

Σχόλια

Στήρiξε το LegalNews24.gr