Η Ελευθερία Έκφρασης των Δικαστών και τα Όρια της Πειθαρχικής Εξουσίας: Η Απόφαση Savvas v. Greece του ΕΔΔΑ

To ΕΔΔΑ δικαίωσε Έλληνα δικαστή σε υπόθεση πειθαρχικής διαδικασίας για ανάρμοστη συμπεριφορά εντός και εκτός υπηρεσίας (Savvas v. Greece). Ο δικαστής είχε  επιδώσει εξωδικες δηλώσεις σε τρεις ανώτερους συναδέλφους του μέσω δικαστικού επιμελητή, ζητώντας τους να ανακαλέσουν αρνητικά σχόλια που είχαν διατυπώσει εναντίον του στο πλαίσιο διαδικασίας προαγωγής του. Του επιβλήθηκε διαθεσιμότητα τριών μηνών.


Επικαλούμενος το άρθρο 10 (ελευθερία της έκφρασης) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, ο Α. Σάββας υποστηρίζει ότι άσκησε το νόμιμο δικαίωμά του να εκφράσει τη γνώμη του στις εξωδικες δηλώσεις, να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι αβάσιμων κατηγοριών, να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του στο πλαίσιο της διαδικασίας προαγωγής και να προστατεύσει το δημόσιο συμφέρον διασφαλίζοντας μια δίκαιη δικαστική διαδικασία προαγωγής.

Το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ και επιδίκασε αποζημίωση για  υλική ζημία: 5.211,15 ευρώ,  ηθική βλάβη: 6.000 ευρώ και  δικαστικά έξοδα: 1.000 ευρώ.

Με την απόφασή του της 8ης Σεπτεμβρίου 2026 στην υπόθεση Savvas v. Greece, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέτασε ένα ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα που βρίσκεται στο σημείο συνάντησης της ελευθερίας της έκφρασης, της δικαστικής δεοντολογίας και της πειθαρχικής ευθύνης των δικαστικών λειτουργών. 

Η υπόθεση αφορούσε Έλληνα δικαστή, ο οποίος, μετά από δυσμενή κρίση σχετικά με την προαγωγή του, αντέδρασε σε επικριτικές αναφορές συναδέλφων του και, εξαιτίας της συγκεκριμένης συμπεριφοράς του, υπέστη πειθαρχική κύρωση προσωρινής παύσης διάρκειας τριών μηνών. 

Το ΕΔΔΑ κλήθηκε να εξετάσει κατά πόσον η επιβολή της συγκεκριμένης κύρωσης συνιστούσε δυσανάλογη επέμβαση στην ελευθερία της έκφρασης που προστατεύεται από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.

Ο προσφεύγων, Αλέξανδρος Σάββας, ήταν Πρόεδρος Εφετών και είχε θέσει υποψηφιότητα για προαγωγή στον Άρειο Πάγο. Κατά τη διαδικασία αξιολόγησής του ενώπιον του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης, η υποψηφιότητά του δεν έγινε δεκτή. Αν και η επαγγελματική του απόδοση δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκε στο σύνολό της, διατυπώθηκαν κρίσεις σχετικά με τη συμπεριφορά του απέναντι σε συναδέλφους και δικαστικούς υπαλλήλους, καθώς και σχετικά με τον τρόπο άσκησης των δικαιοδοτικών του καθηκόντων. Ο προσφεύγων προσέβαλε τη σχετική κρίση και, κατά τη διαδικασία ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, διατυπώθηκαν εκ νέου αρνητικές αναφορές σχετικά με την επαγγελματική του συμπεριφορά και την ποιότητα ορισμένων δικαστικών αποφάσεών του.

Μετά την εξέλιξη αυτή, ο προσφεύγων απέστειλε μέσω δικαστικού επιμελητή τρεις εξώδικες δηλώσεις προς δικαστές οι οποίοι είχαν αναφερθεί στην επαγγελματική του συμπεριφορά. Στις δηλώσεις αυτές αμφισβήτησε την ακρίβεια των αναφορών που είχαν γίνει σε βάρος του, χαρακτηρίζοντας ορισμένους ισχυρισμούς ως αόριστους, ψευδείς και συκοφαντικούς. Παράλληλα, εξέφρασε την πρόθεσή του να προσφύγει στα αρμόδια πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και σε άλλους θεσμικούς φορείς, εφόσον οι συγκεκριμένοι δικαστές δεν ανακαλούσαν τις δηλώσεις τους. Οι εξώδικες δηλώσεις κοινοποιήθηκαν και στον Υπουργό Δικαιοσύνης.

Ακολούθησε πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του προσφεύγοντος. Κατά την προκαταρκτική έρευνα εξετάστηκαν, μεταξύ άλλων, καταθέσεις σχετικά με περιστατικό κατά το οποίο ο προσφεύγων φέρεται να είχε απευθυνθεί με έντονο τρόπο σε δικαστική γραμματέα. Ωστόσο, όπως προέκυπτε από το υλικό της υπόθεσης, οι μαρτυρίες δεν ήταν απολύτως ομοιόμορφες ως προς τη χρήση υβριστικών εκφράσεων ή ως προς την έκταση του περιστατικού. Παρά ταύτα, τα αρμόδια πειθαρχικά όργανα έκριναν ότι η συνολική συμπεριφορά του προσφεύγοντος συνιστούσε ανάρμοστη συμπεριφορά εντός και εκτός υπηρεσίας και του επέβαλαν προσωρινή παύση τριών μηνών. Η σχετική κρίση επικυρώθηκε σε δεύτερο βαθμό από το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο του Αρείου Πάγου.

Ενώπιον του ΕΔΔΑ ο προσφεύγων υποστήριξε ότι η πειθαρχική του καταδίκη και, ιδίως, η επιβολή της τρίμηνης προσωρινής παύσης παραβίαζαν το δικαίωμά του στην ελευθερία της έκφρασης, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. 

Το Δικαστήριο αναγνώρισε εξαρχής ότι η πειθαρχική διαδικασία και η επιβληθείσα κύρωση συνιστούσαν επέμβαση στην άσκηση του δικαιώματος αυτού. Το γεγονός ότι ο προσφεύγων ήταν δικαστής δεν μπορούσε να οδηγήσει στην εξαίρεσή του από την προστασία του άρθρου 10. Αντίθετα, το ΕΔΔΑ επανέλαβε τη γενικότερη αρχή σύμφωνα με την οποία οι δικαστικοί λειτουργοί απολαμβάνουν την προστασία της ελευθερίας της έκφρασης, μολονότι η ιδιότητά τους συνεπάγεται ιδιαίτερες υποχρεώσεις και ευθύνες.

Η ιδιότητα του δικαστή επιβάλλει, ασφαλώς, αυξημένο καθήκον αυτοσυγκράτησης, διακριτικότητας και προσοχής στη χρήση της γλώσσας. Η εμπιστοσύνη του κοινού στη δικαιοσύνη και η διατήρηση της αυθεντίας και της αμεροληψίας της δικαστικής λειτουργίας αποτελούν θεμιτούς σκοπούς οι οποίοι μπορούν, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να δικαιολογήσουν περιορισμούς στην ελευθερία έκφρασης ενός δικαστικού λειτουργού. 

Ωστόσο, το γεγονός ότι ένας δικαστής υπόκειται σε αυξημένες απαιτήσεις δεοντολογίας δεν σημαίνει ότι στερείται του δικαιώματος να εκφράζει απόψεις ή να ασκεί κριτική, ιδίως όταν η κριτική αφορά ζητήματα που συνδέονται με την επαγγελματική του θέση, την αξιολόγησή του ή τη λειτουργία της δικαιοσύνης.

Ιδιαίτερη σημασία στην απόφαση έχει η διάκριση μεταξύ δηλώσεων γεγονότος και αξιολογικών κρίσεων. Το ΕΔΔΑ υπενθύμισε ότι μια δήλωση γεγονότος είναι δυνατόν να υποβληθεί σε απόδειξη ως προς την αλήθεια ή την αναλήθειά της, ενώ μια αξιολογική κρίση δεν μπορεί να υποβληθεί στην ίδια διαδικασία απόδειξης. Για τις αξιολογικές κρίσεις απαιτείται, ωστόσο, η ύπαρξη επαρκούς πραγματικής βάσης. Στην υπό κρίση υπόθεση το Δικαστήριο έκρινε ότι οι χαρακτηρισμοί που χρησιμοποίησε ο προσφεύγων, μολονότι ήταν έντονοι και επικριτικοί, εντάσσονταν σε σημαντικό βαθμό στη σφαίρα των αξιολογικών κρίσεων και δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπιστούν απλώς ως αναπόδεικτοι ισχυρισμοί γεγονότων. Παράλληλα, διαπίστωσε ότι υπήρχαν πραγματικά περιστατικά τα οποία μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση των αξιολογήσεων του προσφεύγοντος.

Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για την εφαρμογή του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ. Η προστασία της ελευθερίας της έκφρασης δεν περιορίζεται σε απόψεις που είναι ευχάριστες, ουδέτερες ή αποδεκτές από τους αποδέκτες τους. Περιλαμβάνει επίσης εκφράσεις οι οποίες ενδέχεται να προκαλούν ενόχληση, αντίδραση ή ακόμη και προσβολή, υπό την προϋπόθεση ότι εντάσσονται στο προστατευόμενο πεδίο της έκφρασης και δεν υπερβαίνουν τα ανεκτά όρια υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Η χρήση αυστηρής ή δυσάρεστης γλώσσας δεν αρκεί, από μόνη της, για να καταστήσει μια έκφραση πειθαρχικά κολάσιμη.

Σημαντικό στοιχείο στη στάθμιση του ΕΔΔΑ αποτέλεσε επίσης το γεγονός ότι οι επίμαχες δηλώσεις δεν είχαν δημοσιοποιηθεί στον Τύπο ή στο ευρύ κοινό. Οι εξώδικες δηλώσεις απευθύνονταν στους συγκεκριμένους δικαστές και κοινοποιήθηκαν σε περιορισμένο θεσμικό κύκλο. Επομένως, η πιθανή επίδρασή τους στην υπόληψη των συγκεκριμένων προσώπων και στην εμπιστοσύνη του κοινού στη δικαιοσύνη δεν μπορούσε να εξομοιωθεί με την επίδραση που θα είχε μια δημόσια δήλωση μέσω των μέσων ενημέρωσης ή των κοινωνικών δικτύων. Η διάσταση αυτή εντάσσεται στη γενικότερη αρχή ότι το πλαίσιο, ο τρόπος, ο αποδέκτης και η έκταση διάδοσης μιας δήλωσης αποτελούν κρίσιμα στοιχεία για την αξιολόγηση της αναγκαιότητας ενός περιορισμού της ελευθερίας έκφρασης.

Το ΕΔΔΑ έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα και στη φύση της επιβληθείσας ποινής. Η τρίμηνη προσωρινή παύση δεν αποτελούσε μια απλή ή συμβολική πειθαρχική επίπληξη, αλλά μια σοβαρή κύρωση με οικονομικές και επαγγελματικές συνέπειες για τον προσφεύγοντα. Η κύρωση μπορούσε να επηρεάσει την υπηρεσιακή του κατάσταση και τις μελλοντικές επαγγελματικές του προοπτικές, ενώ μπορούσε επίσης να δημιουργήσει αποτρεπτικό αποτέλεσμα, το λεγόμενο chilling effect, στην άσκηση της ελευθερίας έκφρασης. Το ΕΔΔΑ υπογράμμισε έτσι ότι, όταν η πειθαρχική κύρωση είναι ιδιαίτερα σοβαρή, απαιτείται αντίστοιχα αυστηρότερος έλεγχος ως προς την αναλογικότητα και την αναγκαιότητά της.

Καθοριστικό στοιχείο στην κρίση του Δικαστηρίου ήταν η ανεπάρκεια της αιτιολογίας των εθνικών αρχών. Το ΕΔΔΑ δεν αμφισβήτησε ότι η προστασία της αυθεντίας της δικαιοσύνης και της υπόληψης των δικαστικών λειτουργών αποτελεί θεμιτό σκοπό. Εκείνο που εξέτασε ήταν κατά πόσον τα εθνικά όργανα πραγματοποίησαν την απαιτούμενη στάθμιση μεταξύ του συγκεκριμένου σκοπού και του δικαιώματος του προσφεύγοντος στην ελευθερία της έκφρασης. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η στάθμιση αυτή δεν ήταν επαρκής. Τα εθνικά όργανα δεν εξέτασαν με τον απαιτούμενο βαθμό λεπτομέρειας το περιεχόμενο των δηλώσεων, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγιναν, τον περιορισμένο κύκλο των αποδεκτών, την ύπαρξη πραγματικής βάσης για τις αξιολογικές κρίσεις, την πραγματική βλάβη που προκλήθηκε και, κυρίως, την αναγκαιότητα επιβολής μιας τόσο σοβαρής πειθαρχικής κύρωσης.

Με τον τρόπο αυτό το ΕΔΔΑ εφάρμοσε την πάγια αρχή της αναλογικότητας που διέπει τους περιορισμούς του άρθρου 10. Δεν αρκεί για ένα κράτος να αποδείξει ότι η επέμβαση στην ελευθερία έκφρασης επιδιώκει έναν θεμιτό σκοπό. Πρέπει επίσης να αποδείξει ότι η επέμβαση ανταποκρίνεται σε επιτακτική κοινωνική ανάγκη και ότι η συγκεκριμένη κύρωση είναι ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο σκοπό. Η ύπαρξη ηπιότερων μέτρων αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα στην αξιολόγηση της αναλογικότητας. Ιδίως όταν πρόκειται για δικαστικό λειτουργό και για έκφραση που σχετίζεται με την επαγγελματική του κατάσταση, τα πειθαρχικά όργανα οφείλουν να εξετάζουν με ιδιαίτερη προσοχή εάν είναι πράγματι αναγκαία η επιβολή μιας σοβαρής πειθαρχικής κύρωσης.

Η απόφαση Savvas v. Greece εντάσσεται στη γενικότερη νομολογιακή γραμμή του ΕΔΔΑ σχετικά με την προστασία της ελευθερίας έκφρασης των δικαστών. Ιδιαίτερη συνάφεια παρουσιάζουν οι αποφάσεις Baka v. Hungary, Morice v. France, Guz v. Poland και Danileţ v. Romania, στις οποίες το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι η ελευθερία έκφρασης των δικαστών συνδέεται όχι μόνο με τα ατομικά τους δικαιώματα αλλά και με την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης. Ένας δικαστής δεν είναι απλώς φορέας ενός προσωπικού δικαιώματος έκφρασης, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα μέλος ενός θεσμού που πρέπει να μπορεί να συζητά και να αντιμετωπίζει ζητήματα σχετικά με τη λειτουργία του δικαστικού συστήματος. Η προστασία της δικαστικής ανεξαρτησίας και η ελευθερία έκφρασης των δικαστικών λειτουργών δεν αποτελούν κατ’ ανάγκη αντίθετες αξίες. Υπό ορισμένες συνθήκες, η ελευθερία έκφρασης των δικαστών μπορεί να λειτουργήσει και ως εγγύηση της ίδιας της δικαστικής ανεξαρτησίας.

Η Savvas v. Greece έχει επομένως ευρύτερη σημασία πέρα από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Η απόφαση υπογραμμίζει ότι η πειθαρχική εξουσία επί των δικαστικών λειτουργών δεν είναι απεριόριστη και ότι η επίκληση της δικαστικής δεοντολογίας δεν μπορεί να οδηγεί αυτομάτως σε περιορισμό της ελευθερίας έκφρασης. Κάθε πειθαρχική επέμβαση πρέπει να στηρίζεται σε εξατομικευμένη αξιολόγηση της συγκεκριμένης συμπεριφοράς και να συνοδεύεται από επαρκή αιτιολογία ως προς την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα της κύρωσης.

Η σημασία της απόφασης είναι ιδιαίτερη και ως προς τη σχέση μεταξύ δικαστικής δεοντολογίας και δικαιωμάτων που προστατεύονται από την ΕΣΔΑ. Η δεοντολογική υποχρέωση του δικαστή να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση δεν μπορεί να ερμηνεύεται με τρόπο που να στερεί από τον δικαστικό λειτουργό κάθε δυνατότητα αμφισβήτησης ή κριτικής των κρίσεων που διατυπώνονται σε βάρος του. Η απαιτούμενη αυτοσυγκράτηση πρέπει να σταθμίζεται με το δικαίωμα του δικαστή να προστατεύει την επαγγελματική του υπόσταση και να αντιδρά σε ισχυρισμούς που θεωρεί ανακριβείς ή προσβλητικούς.

Τελικά, το ΕΔΔΑ κατέληξε σε διαπίστωση παραβίασης του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, κρίνοντας ότι οι εθνικές αρχές δεν πέτυχαν δίκαιη ισορροπία μεταξύ, αφενός, της προστασίας της αυθεντίας και της ομαλής λειτουργίας της δικαιοσύνης και, αφετέρου, της προστασίας της ελευθερίας έκφρασης του προσφεύγοντος. Η απόφαση επιβεβαιώνει ότι ακόμη και όταν η έκφραση ενός δικαστή είναι έντονη, αυστηρή ή επικριτική, η επιβολή πειθαρχικής κύρωσης απαιτεί συγκεκριμένη εξέταση του συνόλου των περιστάσεων και ιδίως της πραγματικής βάσης της έκφρασης, του πλαισίου στο οποίο αυτή εκδηλώθηκε, του βαθμού δημοσιότητας, της πιθανής βλάβης που προκλήθηκε και της σοβαρότητας της επιβληθείσας κύρωσης.

Η Savvas v. Greece αποτελεί, συνεπώς, μια σημαντική προσθήκη στη νομολογία του ΕΔΔΑ για την ελευθερία έκφρασης των δικαστικών λειτουργών. Το βασικό μήνυμα της απόφασης δεν είναι ότι οι δικαστές απολαμβάνουν απεριόριστη ελευθερία λόγου, αλλά ότι οι περιορισμοί της ελευθερίας αυτής πρέπει να δικαιολογούνται με αυξημένη προσοχή, ιδίως όταν η έκφραση αφορά ζητήματα που συνδέονται με την επαγγελματική τους θέση, τη λειτουργία της δικαιοσύνης ή την προσωπική και υπηρεσιακή τους αξιολόγηση. Η πειθαρχική εξουσία οφείλει να λειτουργεί ως μηχανισμός προστασίας της αξιοπρέπειας και της εύρυθμης λειτουργίας της δικαιοσύνης και όχι ως μέσο αποτροπής θεμιτής κριτικής. Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση αναδεικνύει την αναλογικότητα ως τον κρίσιμο συνδετικό κρίκο μεταξύ της δικαστικής δεοντολογίας και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση.

Η νομολογία αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τα εθνικά συστήματα δικαιοσύνης των κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς υπενθυμίζει ότι η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης δεν προστατεύεται μόνο από εξωτερικές παρεμβάσεις, αλλά συνδέεται και με την ύπαρξη ενός εσωτερικού δικαστικού περιβάλλοντος στο οποίο οι δικαστικοί λειτουργοί μπορούν, εντός των ορίων της δεοντολογίας και της αναλογικότητας, να εκφράζουν απόψεις, να αμφισβητούν κρίσεις που τους αφορούν και να υπερασπίζονται την επαγγελματική τους υπόσταση χωρίς να αντιμετωπίζουν δυσανάλογες πειθαρχικές συνέπειες.

H Απόφαση Εδώ

(photo pixabay.com)

Σχόλια