Η ώρα της ενοποίησης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας στην Ελλάδα

[Υπόμνημα Προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης κ. Γεώργιο Φλωρίδη]

I. Η ριζική μεταβολή της φύσης των υποθέσεων ενώπιον του Ειρηνοδικείου και η ποιοτική μεταβολή του έργου των Ειρηνοδικών 

Η ίδρυση των Ειρηνοδικείων κρίθηκε απαραίτητη ήδη από τη σύσταση του νέου ελληνικού κράτους, ώστε να είναι άμεση και ευχερής η πρόσβαση του κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη αλλά και να αποκαθίσταται άμεσα η διασαλευθείσα ειρήνη στις μικρές κοινωνίες. H ύπαρξη των Ειρηνοδικείων, που είναι Δικαστήρια γαλλικής καταγωγής, εξυπηρετούσε συγκεκριμένους σκοπούς, εκ των οποίων κυρίως η μη ενασχόληση των Πρωτοδικείων (αρχικώς των Πολυμελών και εν συνεχεία των Μονομελών) με υποθέσεις ήσσονος σημασίας, στις οποίες προτεραιότητα δινόταν στη συντήρηση της ειρήνης ανάμεσα στους κατοίκους των περιοχών αρμοδιότητας των πρώτων και στη συμβιβαστική διευθέτηση των διαφορών τους, παρά στην ερμηνεία και εφαρμογή της πολύπλοκης σε αρκετές περιπτώσεις νομοθεσίας. Αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό κατ’ αρχάς από την ονομασία των Δικαστηρίων αυτών, που δεν παραπέμπουν σε βαθμό δικαιοδοσίας, ούτε όμως σε Δικαστήριο, αλλά σε διαμεσολαβητικό – ειρηνευτικό όργανο, καθώς επίσης και από την εξέλιξη του θεσμού από τη σύσταση των Ειρηνοδικείων. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι αρχικά τα Ειρηνοδικεία συγκροτούντο από αιρετούς «Ειρηνοποιούς κριτές» ή ακόμη και από τον δημογέροντα του χωριού, της κωμοπόλεως ή της πόλεως, ενώ αργότερα προβλεπόταν η δυνατότητα να εκτελεί χρέη Ειρηνοδίκη, σε περίπτωση κωλύματός του, πρόσωπο που δεν είναι Δικαστής, όπως ο Συμβολαιογράφος της οικείας περιφέρειας ή ο Γραμματέας του ή ακόμη και φοιτητές της Νομικής που δεν είχαν ολοκληρώσει τη νομική τους εκπαίδευση. Στο πλαίσιο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι το Ειρηνοδικείο ήδη από το 1925 χαρακτηρίστηκε ως «νόθο κατασκεύασμα», ενώ μόλις το Σύνταγμα του 1975 αναβάθμισε τον Ειρηνοδίκη σε τακτικό, ισόβιο Δικαστικό Λειτουργό. 

Ωστόσο, ο εθνικός νομοθέτης, πέραν της αύξησης στον αριθμό των Ειρηνοδικείων και των οργανικών θέσεων των υπηρετούντων σε αυτά Ειρηνοδικών, επεσήμανε παράλληλα, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4689/2020, ότι η αλλαγή των συνθηκών ζωής και των κοινωνικών περιστάσεων έχουν οδηγήσει στη ριζική μεταβολή της φύσης των υποθέσεων που εκδικάζονται ενώπιον των Ειρηνοδικείων και συνακόλουθα στην ποιοτική μεταβολή του έργου των Ειρηνοδικών. Έτσι, έκρινε ότι οι Ειρηνοδίκες δεν είναι πλέον απλώς «ειρηνοποιοί», καθόσον το έργο τους δεν περιορίζεται μόνο στη συμβιβαστική διευθέτηση των διαφορών και στην επίλυση απλών νομικών υποθέσεων. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, ανατέθηκε αποκλειστικά στους Ειρηνοδίκες η εκδίκαση των υποθέσεων των υπερχρεωμένων νοικοκυριών του ν. 3869/2010, μεταφέρθηκε μεγάλη ύλη της Εκουσίας Δικαιοδοσίας από το Μονομελές Πρωτοδικείο, αυξήθηκε το ποσοτικό κριτήριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητάς τους [1] και διευρύνθηκε ο όγκος των υπαγόμενων στα Ειρηνοδικεία διαφορών. Επιπλέον δε με τον ν. 4738/2020 αρμόδια δικαστήρια για πτωχεύσεις μικρού αντικειμένου ορίστηκαν τα Ειρηνοδικεία. 

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4689/2020, η δικαστηριακή ύλη που αναλογεί στους Ειρηνοδίκες είναι αντίστοιχης δυσκολίας με αυτήν της ύλης των λοιπών πολιτικών – ποινικών δικαστών. Οι διαπιστώσεις αυτές οδήγησαν τον εθνικό νομοθέτη στη μεταβολή του τρόπου διεξαγωγής του διαγωνισμού για τον διορισμό των Ειρηνοδικών και την παροχή σε αυτούς εξειδικευμένης εκπαίδευσης και κατάρτισης, κατά τον ίδιο τρόπο που ισχύει για τους λοιπούς πολιτικούς – ποινικούς δικαστές, προκειμένου να μπορούν να ανταποκριθούν ευχερέστερα στο δύσκολο έργο τους. Έτσι, με τον ν. 4689/2020 θεσμοθετήθηκε η προεισαγωγική εκπαίδευση των Ειρηνοδικών στην Εθνική Σχολή Δικαστών και ιδρύθηκε Κατεύθυνση Ειρηνοδικών. Με βάση τον ανωτέρω νόμο εξομοιώθηκαν οι προϋποθέσεις συμμετοχής, ο τρόπος διενέργειας του διαγωνισμού, οι προϋποθέσεις επιτυχίας, η φοίτηση, οι αποδοχές και ο διορισμός των Δικαστών στα πρωτοβάθμια Δικαστήρια και όλα τούτα σύμφωνα με το σκοπό και τις επιταγές του νομοθέτη, όπως αυτές εκφράσθηκαν από το έτος ακόμα 2008 με την πρόβλεψη τότε στο άρθρο 45 του ν. 3689/2008 της δυνατότητας ίδρυσης κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην ΕΣΔΙ. Είχε δηλαδή γίνει από νωρίς ακόμη αντιληπτή η ανάγκη της ανωτέρω εξομοίωσης καθόσον είχε εκλείψει και η όποια τυχόν αμφισβήτηση για το ότι απαιτείτο η τυπική αναβάθμιση των Ειρηνοδικών, αφού η ουσιαστική είχε γίνει στην πράξη. Συνεπώς, ο νομοθέτης αναγνώρισε και αντιμετώπισε την προβληματική κατάσταση του διαφορετικού τρόπου διορισμού δικαστών του ίδιου βαθμού[2].

Ολόκληρο το Υπόμνημα εδώ

___________

* Το Υπόμνημα υπογράφουν οι υπηρετούντες Ειρηνοδίκες 1. Λουκία Μηλιώτη 2. Αγγελική Μυκωνιάτη 3. Αγγελική Νανοπούλου 4. Ελένη Τζουνάκου

[1] Σημειώνεται ότι η συνήθης, λόγω ποσού, αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου οριζόταν αρχικά στο ποσό των 10.000 δρχ., αυξήθηκε σε 20.000 δρχ. το 1974, σε 30.000 δρχ. το 1977, σε 100.000 δρχ. το 1983, σε 300.000 δρχ. το 1987, σε 600.000 δρχ. το 1993, σε 1.000.000 δρχ. το 1995, σε 2.000.000 δρχ. το 2000, σε 5.900,00 ευρώ το 2001, σε 12.000,00 ευρώ το 2003 και με το άρθρο 2 ν. 3994/2011, η συνήθης αρμοδιότητα αυξήθηκε από το ποσό των 12.000,00 ευρώ στο ποσό των 20.000,00 ευρώ, ενώ η ποσοτική οριοθέτηση της καθ’ ύλην αρμοδιότητας μπορεί να μεταβάλλεται με υπουργικές αποφάσεις, δημοσιευμένες στην ΕτΚ. Συνεπώς και ανεξάρτητα από την τυχόν επέκεινα μεταβολή της αρμοδιότητάς τους, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι τα Ειρηνοδικεία έχουν σταδιακά μεταβληθεί σε «μικρά Πρωτοδικεία». Για την αναλυτική ιστορική επισκόπηση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας βλ. τη μελέτη της Επιτροπής Ειρηνοδικών «Το Ειρηνοδικείο στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, ιδίως, καθόσον αφορά στην καθ’ ύλη αρμοδιότητα», απ’ όπου αντλήθηκαν ορισμένα στοιχεία της.

[2] Για τη σημασία της ίδρυσης της κατεύθυνσης Ειρηνοδικών στην ΕΣΔΙ βλ. Ερμίδου «Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΗΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΗΣ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΩΝ ΣΤΗΝ ΕΣΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ» στον ακόλουθο σύνδεσμο https://ende.gr/%ce%b7-%ce%b9%ce%b4%cf%81%cf%85%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce %b7%cf%83-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b5%cf%85%ce%b8%cf%85%ce%bd%cf%83%ce %b7%cf%83-%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b7%ce%bd%ce%bf%ce%b4%ce%b9%ce%ba%cf %89%ce%bd/.

Σχόλια