Σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αντιμισθία μπορεί να συναφθεί και μεταξύ δικηγόρων (ΑΠ)

ΑΠ 382/2022 (πολ.): Σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αντιμισθία μπορεί να συναφθεί και μεταξύ δικηγόρων, του ενός ως εντολέα και του άλλου ως εντολοδόχου.

"Κατά το άρθρο 92 Α του ν.δ. 3026/1954 ''περί Κώδικος των δικηγόρων'', "Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγια μηνιαία αμοιβή που καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του". Εξ άλλου, με το άρθρο 42 του νόμου 4194/2013, ήτοι του νέου κώδικα περί δικηγόρων που ισχύει από 29-9-2013, "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο". Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές ότι τόσο με το προϊσχύον νομικό πλαίσιο, όσο και με βάση το καθοριζόμενο από το νέο κώδικα περί δικηγόρων, σύμβαση έμμισθης εντολής υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικηγόρος, που παρέχει νομικές υπηρεσίες σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα, αμείβεται γι' αυτές αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.. Από τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.4 και 5 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 κώδικα δικηγόρων, όπως η περ. δ` της παρ.5 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 22 του ν. 723/1977 και ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το νέο κώδικα δικηγόρων,(ν.4194/2013 άρθρο 166 αρ.2),συνάγεται ότι η από δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή θεωρείται ως σχέση απόλυτα προσωπικής εμπιστοσύνης και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης, έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου. Κατά τις ίδιες ως άνω διατάξεις, που ίσχυαν κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης και με τις οποίες κρίνεται το κύρος αυτής, προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφάλεια των συναλλαγών, ενόψει της αρχής της μη αναδρομικότητας του νόμου(άρθρο 2 ΑΚ), η σύμβαση έμμισθης εντολής δικηγόρου επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς..(ΑΠ863/2018). Η ανωτέρω σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια μηνιαία αντιμισθία μπορεί να συναφθεί και μεταξύ δικηγόρων, του ενός ως εντολέα και του άλλου ως εντολοδόχου, της σύμβασης αυτής ρυθμιζομένης από τις διατάξεις των άρθρων 91, 92, 92 Α του ν.δ. 3026/1954 και των σε εκτέλεση του άρθρου 92 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα εκδιδομένων Υπουργικών αποφάσεων, με τις οποίες καθορίζονται τα ελάχιστα όρια αμοιβής αυτών (ΑΠ 1474/2018, ΑΠ 1329/2001, ΑΠ 937/1990).Περαιτέρω, κατά το άρθρο 43 παρ.1 του ν.4194/2013, που ισχύει από τη δημοσίευση αυτού στην ΕτΚ στις 27.9.2013, ''η πρόσληψη δικηγόρων με έμμισθη εντολή στον ιδιωτικό τομέα γίνεται με έγγραφη σύμβαση, που καταρτίζεται μεταξύ αυτού και του εντολέα''. Κατά το άρθρο 46 παρ.2 του ν.4194/2013 - Κώδικα Δικηγόρων, που ισχύει κατά τον εδώ κρίσιμο χρόνο της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης, και 167 ΑΚ,'' η σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου και λύεται α)... και δ) με καταγγελία της σύμβασης από τον εντολέα ή εντολοδόχο δικηγόρο.... Η καταγγελία με ποινή ακυρότητας είναι έγγραφη και σε αυτή αναφέρεται ο λόγος της απόλυσης, επιδίδεται δε με δικαστικό επιμελητή''…

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, παραδεκτώς επισκοπούμενη (ΚΠολΔ 561 αρ.2), το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : Ότι ο ενάγων είναι δικηγόρος και υπό την ιδιότητά του αυτή συνήψε προφορικά με τον εναγόμενο στις 25-1-2012 σύμβαση, με βάση την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει τις υπηρεσίες του, αποκλειστικά και μόνο για λογαριασμό του δικηγορικού γραφείου του εναγομένου, σε πελάτες και εντολείς αυτού, στον χώρο του εν λόγω γραφείου για πενθήμερο, τηρώντας ωράριο και υπό τις οδηγίες του εναγομένου και συνεργατών του. Ότι κατά τη συμφωνία ο ενάγων θα αμειβόταν με πάγια μηνιαία αμοιβή, η οποία καθορίσθηκε αρχικά στο ποσό των 1.125 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι στο ποσό των 1.383,75 ευρώ, τον Απρίλιο του έτους 2012 καθορίσθηκε στο ποσό των 1.... ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι στο ποσό των 1.537,50 ευρώ και τον Φεβρουάριο του έτους 2013 στο. ποσό των 1.450 ευρώ πλέον ΦΠΑ 23%, ήτοι στο ποσό των 1.783,50 ευρώ, σε όσες δε περιπτώσεις ανατίθετο σε αυτόν να παρίσταται στο δικαστήριο η αξία των γραμματίων προείσπραξης αφαιρούνταν από το ποσό της μηνιαίας αμοιβής του. Ότι τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις νομίμως επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα αποδείξεις και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών και ειδικότερα αποδεικνύεται ότι το. ποσό που λάμβανε κάθε μήνα, μετά την αφαίρεση των ποσών που είχε λάβει από τους εντολείς του ενάγοντος, αντιστοιχούν επακριβώς στην ανωτέρω μηνιαία συμφωνηθείσα αμοιβή; του. Ότι ειδικότερα ο ενάγων εξέδωσε τις κάτωθι; αποδείξεις παροχής υπηρεσιών….

Ότι, εφόσον η απασχόληση του ενάγοντος ως δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου, απορροφούσε το μεγαλύτερο μέρος της καθημερινής του δραστηριότητας και τελούσε υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του εναγομένου, ο οποίος παρείχε οδηγίες και κατευθύνσεις και είχε τον τελικό λόγο στο νομικό χειρισμό όλων των υποθέσεων, ενώ ο ενάγων αμειβόταν με πάγια μηνιαία αντιμισθία, η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πλήρη απασχόληση με πάγια μηνιαία αντιμισθία, που μπορεί να καταρτισθεί και μεταξύ δικηγόρων, του ενός ως εντολέως και του άλλου ως εντολοδόχου, της σύμβασης αυτής ρυθμιζόμενης από τις οικείες διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε συνήφθη με τον ενάγοντα σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, αλλά ότι συνήφθη σύμβαση παροχής νομικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων, όπως και άλλοι δικηγόροι, ανέλαβε να εκτελεί εξ ονόματος των πελατών του εναγομένου και υπό την γενική καθοδήγηση και επίβλεψη του τελευταίου, όσες δικηγορικές εργασίες ο εναγόμενος ανέθετε σε αυτόν κατά περίπτωση και ο εναγόμενος ανέλαβε να καταβάλει στον ενάγοντα την αντιστοίχως συμφωνημένη αμοιβή. Ειδικότερα ο εναγόμενος επικαλείται την από 1-1-2013 σύμβαση μεταξύ αφενός του ιδίου και αφετέρου του ενάγοντος και άλλων δικηγόρων, στην παράγραφο 6 της οποίας προβλέπεται ότι: "Η αμοιβή των δικηγόρων, για την παροχή των υπηρεσιών που αναλαμβάνουν με την παρούσα σύμβαση θα καθορίζεται δυνάμει ad hoc προφορικής συμφωνίας των μερών ανάλογα προς τον όγκο και τη φύση των υποθέσεων, που θα καλούνται να χειριστούν κάθε φορά. Συμφωνείται ότι οι δικηγόροι δεν δικαιούνται οιασδήποτε επιπλέον αμοιβής, πέραν της ανωτέρω προφορικής συμφωνίας των μερών, για οποιοδήποτε λόγο και ως εκ τούτου σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται "μισθωτός" με πάγια αντιμισθία του δικηγορικού γραφείου του εντολέα, δικαιούνται δε αποζημίωση ή/και προκαταβολή για τα αναγκαία έξοδα, που γίνονται στο πλαίσιο της εκτέλεσης εντολής. Η εκκαθάριση θα γίνεται ανά μήνα, με την έκδοση από τους δικηγόρους σχετικού Τιμολογίου Παροχής Υπηρεσιών, στο όνομα του εντολέα, η δε καταβολή θα πραγματοποιείται με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό των δικηγόρων και θα αποδεικνύεται από το σχετικό παραστατικό της Τράπεζας". Ότι, όμως, από τις ανωτέρω αποδείξεις και τιμολόγια παροχής υπηρεσιών αποδεικνύεται ότι ο ενάγων αμειβόταν με πάγια μηνιαία αμοιβή, ανεξαρτήτως του όγκου και του είδους των υπηρεσιών που προσέφερε, διαφορετικά τα ποσά που λάμβανε μηνιαίως δεν θα αντιστοιχούσαν επακριβώς στα προαναφερόμενα ποσά της μηνιαίας αμοιβής του, αλλά θα υπήρχαν διακυμάνσεις ανάλογα με τις υποθέσεις που αναλάμβανε να διεκπεραιώσει. Ότι με βάση τα προαναφερθέντα αποδεικνύεται ότι η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία και ότι στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου, ο τελευταίος οφείλει στον ενάγοντα χρηματικά ποσά για επίδομα αδείας και δώρα εορτών. Ότι ο εναγόμενος στις 19-12-2014 κατήγγειλε προφορικά την ανωτέρω σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία χωρίς να επιδώσει σ' αυτόν οποιοδήποτε έγγραφο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.2 του ν.4194/2013. Με βάση τα περιστατικά αυτά το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε ότι ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα με βάση σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία τα εκεί χρηματικά ποσά για δώρα εορτών και επίδομα αδείας των ετών 2012, 2013 και 2014 και ότι η γενόμενη στις 19-12-2014 άτυπη καταγγελία ήταν άκυρη. Με τις ανωτέρω παραδοχές και κρίσεις το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθώς εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 63 παρ.4 και 5 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα Δικηγόρων, όπως η περ. δ` της παρ.5 είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 22 του ν. 723/1977 και ίσχυε μέχρι την κατάργησή του με το νέο Κώδικα Δικηγόρων (άρθρο 166 παρ.2 του ν. 4194/2013), που ήταν εφαρμοστέα κατά τον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης, χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης έμμισθης εντολής (25-1-2012), κατά τον οποίο κρίνεται το κύρος αυτής ως προς τον τύπο και ορθώς δεν εφάρμοσε το άρθρο 43 παρ.1 του ν.4194/2013, το οποίο ισχύει από τη δημοσίευση αυτού στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 27.9.2013, και το οποίο, ως εκ τούτου, δεν ήταν εφαρμοστέο στην προκείμενη περίπτωση. Εξάλλου, ορθώς κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι μπορεί να συναφθεί μεταξύ δικηγόρων σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια περιοδική αμοιβή, όπως εκτέθηκε στη μείζονα σκέψη. Περαιτέρω, με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες κατέληξε το Εφετείο στο ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα ως προς το κρίσιμο ζήτημα του είδους της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως, ήτοι ότι επρόκειτο για σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία και δεν παραβίασε τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 92Α του ν.δ.3026/1954, που ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, και του άρθρου 42 του ν.4194/2013, που ήταν εφαρμοστέες, ευθέως ή εκ πλαγίου. Τούτο καθόσον, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης, ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος κατά το ένδικο χρονικό διάστημα παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες σταθερά και μόνιμα στον αναιρεσείοντα αποκλειστικά έναντι πάγιας μηνιαίας αντιμισθίας. Οι ανωτέρω παραδοχές, ως προς το πάγιο ποσό της μηνιαίας αντιμισθίας, είναι σαφείς και δεν αντιφάσκουν με την, κατά τις παραδοχές, έκδοση από τον αναιρεσείοντα αποδείξεων παροχής υπηρεσιών επιβαρυνόμενων με ΦΠΑ, που αφορά στην κατά τις διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας έκδοση του οικείου φορολογικού στοιχείου κατά την εξόφληση των αμοιβών, εφόσον, κατά τις παραδοχές, οι μηνιαίες καταβολές ήταν πάγιες, εναρμονισμένες απολύτως με το συμφωνημένα ποσά των μηνιαίων αντιμισθιών. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς οι πρόσθετοι λόγοι της αιτήσεως, πρώτος και δεύτερος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι, όπως και οι αντίθετες σ' αυτούς αιτιάσεις του αναιρεσείοντος…" (δημοσίευση απόφασης: areiospagos.gr)

Στήριξε το Legalnews24.gr

Δείτε ακόμα: Αδυναμία μετακίνησης δικηγόρου εξαιτίας περιορισμού κυκλοφορίας λόγω Covid-19 ως λόγος ανωτέρας βίας για άσκηση ανακοπής ερημοδικίας (ΜΕφΑθ)

Σχόλια

Στήρiξε το LegalNews24.gr