Σχολιασμός της Απόφασης του ΕΔΔΑ ‘Κωνσταντινόπουλος και λοιποί κατά Ελλάδας’, ημερ. 28.1.2016 (αρ. προσφ. 69781/13)

Tου Βαγγέλη Ζαφειριάδη, Νομικού

Σύντομο ιστορικό

Οι προσφεύγοντες, πρώην και νυν κρατούμενοι στη φυλακή των Γρεβενών, στην οποία 'φιλοξενούνται' καταδικασθέντες σε ισόβια είτε πολυετή κάθειρξη, απευθύνθηκαν στο ΕΔΔΑ με αιτίαση την παραβίαση των άρθρων 3 και 13 ΕΣΔΑ. Συγκεκριμένα, εξέφρασαν παράπονα για τις συνθήκες ενδιαίτησής τους, την ανεπαρκή ιατρική κάλυψη, την κακής ποιότητας σίτιση, την κακομεταχείριση από την πλευρά της αστυνομίας, τα προβλήματα επικοινωνίας με τους συγγενείς τους, ενώ αναφέρθηκαν ακόμη και στο ζήτημα της υγιεινής. Ακόμη, παραπονέθηκαν για την έλλειψη πραγματικής προσφυγής για τις ως άνω συνθήκες κράτησης, ενώ αντιτάχθηκαν στον ισχυρισμό της Κυβέρνησης περί μη εξάντλησης των εθνικών ενδίκων μέσων, τονίζοντας ότι η αγωγή αποζημίωσης με βάση το ΕισΝΑΚ 105 είναι μια ιδιαίτερα χρονοβόρα διαδικασία.

Η Κυβέρνηση, ωστόσο, εμφάνισε μια διαφορετική εκδοχή όσον αφορά στο ανωτέρω ζήτημα. Ισχυρίσθηκε ότι η εν λόγω φυλακή αποτελεί υπόδειγμα σωφρονιστικού καταστήματος, καθώς περιλαμβάνει αρκετά κελιά για τους κρατούμενους, υφίσταται πληθώρα επιλογών όσον αφορά στη σίτιση, οι επισκέψεις από κοντινούς των κρατουμένων είναι συχνές και διαρκείς με παράλληλη διευκόλυνση στην τηλεφωνική επικοινωνία, διενεργούνται τακτικές απολυμάνσεις, υπάρχουν οικονομικά προϊόντα και είδη υγιεινής στα καταστήματα της φυλακής και τέλος ότι η φυλακή διαθέτει ιατρικά κέντρα παντός είδους. Όσον αφορά στο ζήτημα παραβίασης του άρθρου 13 ΕΣΔΑ που επικαλούνται οι προσφεύγοντες, η Κυβέρνηση θεωρεί ότι οι τελευταίοι δεν είχαν εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα, καθώς μπορούσαν να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης, βάσει του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.

Ο Συνήγορος του Πολίτη διαπίστωσε ότι υπήρχε υπερπλήρωση των φυλακών, η σίτιση ήταν προβληματική, οι αθλητικές εγκαταστάσεις δεν λειτουργούσαν, υπήρχαν προβλήματα με την ύδρευση, ενώ η επικοινωνία των κρατουμένων με τους δικούς τους ήταν δύσκολη και δαπανηρή. Ωστόσο, προσέθεσε ότι δεν ετίθετο ζήτημα καθαριότητας και υγιεινής, λόγω των τακτικών απολυμάνσεων τόσο στα κελιά όσο και στα μαγειρεία και επιπλέον τόνισε την προσπάθεια για παροχή διευκολύνσεων στην ανωτέρω επικοινωνία των εγκλείστων με τους κοντινούς τους.

Εν τέλει, το Δικαστήριο κήρυξε την προσφυγή παραδεκτή όσον αφορά την αιτίαση τη σχετική με το άρθρο 13 σε συνδυασμό με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, θεωρώντας ως μη αποτελεσματικό το ένδικο μέσο της αγωγής αποζημίωσης του ά. 105 ΕισΝΑΚ για ορισμένους από τους προσφεύγοντες. Εντούτοις, το ΕΔΔΑ απεφάνθη ότι δεν υπήρξε αυτοτελής παραβίαση του άρθρου 3, διότι έκρινε ότι οι συνθήκες κράτησης των προσφευγόντων δεν υπερέβησαν το αναγκαίο μέτρο ώστε να χαρακτηρισθούν ως απάνθρωπες ή εξευτελιστικές, επιδικάζοντας απλώς ένα εύλογο χρηματικό ποσό στους αδικηθέντες προσφεύγοντες ως ηθική βλάβη.

Ανίχνευση βασικών αρχών ΕΣΔΑ

Απαγόρευση των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης των κρατουμένων (άρθρο 3 ΕΣΔΑ)

Κατά το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, απαγορεύονται τα βασανιστήρια και η απάνθρωπη είτε εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση του κρατουμένου κατά τέτοιον τρόπο. Βασανιστήριο (torture) είναι η απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση η οποία πραγματοποιείται με συγκεκριμένο τρόπο και για συγκεκριμένο σκοπό, όπως πχ. η απόσπαση ομολογίας δια της βίας και αποτελεί επιβαρυντική (aggravated) περίπτωση. Απάνθρωπη (inhuman treatment) θεωρείται η μεταχείριση που επιφέρει σοβαρή ψυχική ή σωματική οδύνη (severe suffering), αδικαιολογήτως και δολίως, χωρίς όμως να είναι ακραία σε ένταση ή οξύτητα. Εξευτελιστική, τέλος, (degrading treatment) είναι η μεταχείριση η οποία οδηγεί σε κατάφωρη ταπείνωση του ανθρώπου (grossly humiliated him), είτε τον υποχρεώνει σε ενέργειες ενάντια στη θέληση ή τη συνείδησή του.

Μάλιστα, σύμφωνα με τη Σύμβαση κατά των Βασανιστηρίων και Άλλης Σκληρής, Απάνθρωπης ή Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Ποινής, την οποία η χώρα μας κύρωσε με τον Ν.1782/1988, βασανιστήρια είναι κάθε πράξη με την οποία επιβάλλονται με πρόθεση σε ένα πρόσωπο σωματικός ή ψυχικός πόνος ή έντονη οδύνη. Για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας των βασανιστηρίων απαιτείται ψυχική ή ψυχολογική βία ή κακομεταχείριση που εκτελείται με μεθοδικότητα, δηλαδή με την εφαρμογή ειδικής τεχνογνωσίας από την πλευρά του δράστη ή με συστηματικότητα ως προς τη διάρκεια, την επανάληψη ή την εναλλαγή μέσων. Η απαγόρευση των βασανιστηρίων αναφέρεται σε οιαδήποτε επιβολή σωματικού ή ψυχικού πόνου με πράξη τρίτου, η οποία στοχεύει στην υποταγή της βουλήσεως του θύματος είτε τον εξευτελισμό του.

Με το άρθρο 13 ΕΣΔΑ κατοχυρώνεται ο σεβασμός της αξιοπρέπειας των κρατουμένων όσον αφορά στις συνθήκες εγκλεισμού τους, αλλά και η ασφάλειά τους εν γένει. Τα συμβαλλόμενα κράτη οφείλουν να διαμορφώνουν καταλλήλως τις φυλακές ώστε να μην παρατηρείται το φαινόμενο του υπερπληθυσμού, ανεξαρτήτως οικονομικών δυσχερειών ή νομιμότητας της κράτησης (βλ.απόφαση Mamedova κατά Ρωσίας). Η εκτέλεση μιας ποινής στερητικής της ελευθερίας αποτελεί μια δυσβάσταχτη διαδικασία για τους εγκλείστους (βλ. ενδεικτικά Σερίφης κατά Ελλάδας) και πολλές φορές έχει σαν αποτέλεσμα την κατάργηση της ατομικότητας και τη δυσκολία στην συγκατοίκηση (εφόσον πχ. παρατηρείται υπερπλήρωση σε κάποιο κελί), είτε μπορεί να προκύψει ανεπάρκεια σίτισης (βλ. Labzov κατά Ρωσίας). Bάσει του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, μάλιστα, τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν θετική υποχρέωση, (positive obligation) για τη λήψη των απαραίτητων μέτρων σχετικά με την αποτροπή των βασανιστηρίων και της απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης των κρατουμένων εν γένει. Βεβαίως, το ανωτέρω ζήτημα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται και υπό το φως της αρχής της δίκαιης δίκης (άρθρο 6 παρ.1 ΕΣΔΑ), καθώς ο δικαστής οφείλει να λαμβάνει υπόψη, κατά την αιτιολογία της απόφασης, όλα τα ουσιώδη- για την έκβαση της δίκης- στοιχεία. Το άρθρο 3 ΕΣΔΑ αναφέρεται σε θεμελιώδες δικαίωμα (fundamental right) κι επομένως η προστασία του είναι απόλυτη, βάσει και του άρθρου 15 παρ.2 ΕΣΔΑ. 

Από τη διάταξη του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, επιπλέον, προκύπτει ότι προστατευτέο έννομο αγαθό, στην προκειμένη περίπτωση, είναι  αφενός..η σωματική και ψυχική ακεραιότητα και υγεία του ατόμου..και αφετέρου.. η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Μάλιστα, στο προοίμιο του 13ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ έγινε για πρώτη φορά λόγος για <<εγγενή αξιοπρέπεια>> όλων των ανθρώπινων όντων. Για να πληρούνται οι όροι του άρθρου 3 ΕΣΔΑ θα πρέπει να υφίσταται <<ένας ελάχιστος βαθμός σοβαρότητας>>, για να μπορεί μια πράξη να χαρακτηρισθεί τουλάχιστον εξευτελιστική, τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας. Το ελάχιστο αυτό όριο αποτελεί συνάρτηση του συνόλου των δεδομένων μιας υπόθεσης, στο πλαίσιο πάντοτε του ελέγχου συμβατότητας των συνθηκών κράτησης με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Για παράδειγμα, ακόμη κι αν πληρούται το minimum του προσωπικού χώρου που θα πρέπει να διαθέτει κάθε κρατούμενος, δηλαδή 3-4 τ.μ., υπάρχει περίπτωση να παραβιάζεται το ά. 3 ΕΣΔΑ, εφόσον δεν τηρήθηκαν κάποια άλλα μέτρα όσον αφορά στις συνθήκες ενδιαίτησης των εγκλείστων στα καταστήματα κράτησης. Εξαρτάται, δηλαδή, από τη φύση και το περιεχόμενο της μεταχείρισης, τον τρόπο που έλαβε χώρα, τη διάρκειά της, τις σωματικές ή πνευματικές επιπτώσεις της και πολλές φορές και το φύλο, την ηλικία την κατάσταση υγείας του θύματος, ακόμη και την εθνικότητα.

Τυχόν υπέρβαση του επιπέδου οδύνης και ψυχικού άλγους κατά την κράτηση (ηθική βλάβη), συνεπάγεται παραβίαση του ά. 3 ΕΣΔΑ. Παρόλ’αυτά, δεν απαιτείται πάντοτε πρόθεση προς ταπεινωτική μεταχείριση του θύματος, καθώς ούτως ή άλλως μία τέτοια κατάσταση είναι πολύ πιθανό να δημιουργήσει στους εγκλείστους αισθήματα απελπισίας ή ακόμη και φόβου, κάμπτοντας τις φυσικές και ηθικές τους αντιστάσεις. Οι εκάστοτε αρμόδιες αρχές οφείλουν να αξιολογούν επαρκώς ισχυρισμούς των κρατουμένων για τυχόν κακομεταχείρισή τους ή εν γένει προσβολή ατομικών δικαιωμάτων και να διενεργούν κατά περίπτωση έρευνα ή άσκηση δίωξης. 

Τέλος, με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ, τα συμβαλλόμενα μέρη υποχρεούνται να διαμορφώνουν το σωφρονιστικό τους σύστημα ούτως ώστε να παρέχεται η <<προσήκουσα>> ιατρική περίθαλψη (βλ. Boicenco v. Moldova), η οποία κατοχυρώνεται και στο άρθρο 27 παρ.1 ΣωφρΚ. Για να θεωρηθεί, ωστόσο, βάσιμος τυχόν ισχυρισμός περί ανεπαρκούς ιατρικής φροντίδας, θα πρέπει να πληρούνται κάποιες προϋποθέσεις, όπως η περίπτωση των ηλικιωμένων ατόμων, των αναπήρων, των ψυχικά ασθενών, των εξαρτημένων από ουσίες ή των φορέων μεταδοτικών ασθενειών (πχ. AIDS).  Μεταξύ άλλων, ανεπαρκής κρίθηκε η ιατρική φροντίδα στην απόφαση Sarban v. Moldova.

Το δικαίωμα σε πραγματική προσφυγή (ά. 13 ΕΣΔΑ)

Η έλλειψη, σε εθνικό επίπεδο, ενός κατάλληλου και αποτελεσματικού μέσου, διά του οποίου θα ήταν δυνατή η προστασία των δικαιωμάτων και η αποτροπή της παραβίασής τους, αποτελεί επί της ουσίας το <<λόγο ύπαρξης>> του άρθρου 13 ΕΣΔΑ, το οποίο αναφέρεται στην πραγματική προσφυγή. Το άρθρο 13 ΕΣΔΑ συνδέεται άμεσα με το άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης (προϋπόθεση παραδεκτού: εξάντληση εσωτερικών ενδίκων μέσων)· η φύση του είναι επικουρική έναντι της παρεχομένης- από το εθνικό δίκαιο κάθε κράτους μέλους- προστασίας. Οι βασικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ά. 13 ΕΣΔΑ είναι, αφενός το υποστηρίξιμο του παραπόνου και αφετέρου η αποτελεσματικότητα του παρεχόμενου ενδίκου μέσου ή βοηθήματος (βλ. Φωτοπούλου v. Ελλάδας, Φιλιππόπουλος v. Ελλάδας, Μιχελιουδάκης v. Ελλάδας, Βαθάκος v. Ελλάδας).

Κάθε κράτος-μέλος οφείλει να διαθέτει τα κατάλληλα μέσα για την ουσιαστική εφαρμογή της ΕΣΔΑ, ώστε να υφίσταται εγγύηση για το σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που απορρέουν από τη Σύμβαση. Τούτο επιτυγχάνεται μέσω της πρόληψης μελλοντικών παραβιάσεων, είτε της αποκατάστασης των ήδη τελεσθεισών, με την καταστολή και τιμωρία των υπαιτίων. Επομένως, το άρθρο 13 ΕΣΔΑ έχει τόσο προληπτική όσο και κατασταλτική λειτουργία. 

Από την άλλη, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή του άρθρου 13 η διαπίστωση της παραβίασης μιας άλλης διάταξης της ΕΣΔΑ (βλ. Sergey Denisov v. Russia). Μπορεί, δηλαδή, να υφίσταται αυτοτελής αιτίαση δυνάμει του άρθρου αυτού. Ιδίως σε περιπτώσεις κινδύνου ανεπανόρθωτης βλάβης θα πρέπει να ενεργοποιείται το ανασταλτικό αποτέλεσμα του εκάστοτε ενδίκου μέσου ή βοηθήματος. Βεβαίως, το σύνηθες φαινόμενο είναι η παραβίαση του ά. 13 να συνδυάζεται με κάποιο άλλο άρθρο της ΕΣΔΑ (βλ. Ananyev v. Russia).

Προκειμένου η προβλεπομένη στο ά. 13 ΕΣΔΑ προσφυγή να είναι αποτελεσματική, επιβάλλεται να είναι επαρκώς προσβάσιμη, πραγματική και διαθέσιμη, ήτοι η άσκησή της δεν θα πρέπει να παρεμποδίζεται επ’ ουδενί από πράξεις ή παραλείψεις των αρχών του καθ’ ου η προσφυγή κράτους. Εντούτοις, η αποτελεσματικότητα ενός ενδίκου μέσου ή βοηθήματος δεν εξαρτάται από τη βεβαιότητα ευνοϊκής έκβασης για τον προσφεύγοντα. Τα κράτη-μέλη διατηρούν το «περιθώριο εκτίμησης» (“margin of appreciation”) ως προς τις μεθόδους που θα εφαρμόσουν ώστε να συμμορφωθούν προς τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη Σύμβαση, αλλά και για την αποκατάσταση της προκληθείσης ζημίας από ενδεχόμενη παραβίαση δικαιώματος κατοχυρωμένου στην ΕΣΔΑ.

Μάλιστα με την Εγκύκλιο ΕισΑΠ 6/17-3-2020, με αφορμή την απόφαση του ΕΔΔΑ επί της υποθέσεως Κωνσταντινόπουλος και λοιποί κατά Ελλάδας [22.11.2018 (αρ. προσφ. 29543/15, 30984/15)], επισημαίνεται ότι όταν ο κρατούμενος προβάλλει αιτιολογημένο ισχυρισμό περί απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, η αποτελεσματική προσφυγή απαιτεί εμπεριστατωμένη και πραγματική έρευνα, δηλαδή ανεξάρτητη, ταχεία και διεξοδική (independante, rapide, approfondie), η οποία θα οδηγήσει στον εντοπισμό και την τιμωρία των υπευθύνων (βλ. Jalloh v. Germany). Τούτο σημαίνει θεσμική ανεξαρτησία του ερευνώντος την υπόθεση, άμεση ανταπόκριση του αρμοδίου για την έρευνα και ταχεία ιατρική εξέταση από αρμόδιο ιατροδικαστή για τη διάγνωση της κάκωσης, σε περίπτωση τραυματισμού εγκλείστου. Επομένως, η αιτίαση περί κακής μεταχείρισης απαιτεί, τη διεξαγωγή, εκ μέρους των αρχών των κρατών-μελών, μιας επίσημης, αποτελεσματικής, πλήρους και κατάλληλης έρευνας, η οποία θα αιτιολογείται επαρκώς, τηρουμένης πάντοτε της αρχής της αναλογικότητας. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης φέρει ο προσφεύγων, εκτός κι αν το κράτος παρουσιάσει μια πειστική και αξιόπιστη περιγραφή των γεγονότων που αφορούν στις συνθήκες κράτησης. Το τελευταίο ισχύει ακόμη και στην περίπτωση όπου το κράτος έχει απαλλαγεί στο εθνικό δικαστήριο.

Οι συνθήκες κράτησης στις ελληνικές φυλακές- Ζητήματα συμβατότητας εθνικού δικαίου με ΕΣΔΑ

Πλούσια σε καταδίκες είναι εν προκειμένω, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου εις βάρος της Ελλάδας για τις συνθήκες κράτησης στη χώρα μας. Όπως έχει πολλάκις επισημάνει το ΕΔΔΑ, κάθε κράτος-μέλος οφείλει να διασφαλίζει τόσο τη σωματική όσο και την ψυχική υγεία των κρατουμένων, μεριμνώντας ώστε οι τελευταίοι να μπορούν να προσαρμοσθούν στις συνθήκες κράτησης, αναλόγως και με την περίπτωση του καθενός (in concreto). Τα κράτη-μέλη, ακόμη, υποχρεούνται να οργανώσουν το σωφρονιστικό τους σύστημα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε οι συνθήκες ενδιαίτησης να είναι βιώσιμες για τους εγκλείστους στα καταστήματα κράτησης.

Όσον αφορά ειδικά στη χώρα μας, στα σωφρονιστικά καταστήματα παρατηρούνται συνήθως κτηριακές και λειτουργικές ελλείψεις, στενότητα χώρου, έλλειψη φωτισμού και εξαερισμού, θέρμανσης, καθαριότητας, στοιχειώδους υγιεινής και εξοπλισμού, χαμηλή ποιότητα ενδιαίτησης, απουσία δυνατοτήτων άσκησης και αξιοποίησης του ελεύθερου χρόνου, εργασίας και εκπαίδευσης των κρατουμένων. Κατ΄αυτό τρόπο, παραβιάζεται το άρθρο 2 παρ.1 ΣωφρΚ. Με την απόφαση Van Kuijk κατά Ελλάδας η Ελλάδα καταδικάσθηκε σε χρηματική αποζημίωση-μεταξύ άλλων- και για τις συνθήκες κράτησης των φυλακών Γεντί Κουλέ στη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα, με την απόφαση Peers κατά Ελλάδας, η χώρα μας καταδικάσθηκε εκ νέου, δυνάμει του άρθρου 3 ΕΣΔΑ, καθώς ο προσφεύγων εξέφρασε παράπονα για τη διατροφή, την προσωπική υγιεινή, την παραβίαση της ιδιωτικότητάς του και τη δυσκολία επικοινωνίας με οιονδήποτε, εντός κι εκτός φυλακών. Ο Peers κρατούνταν στη Δικαστική Φυλακή Κορυδαλλού για παραβίαση του νόμου περί ναρκωτικών. Εν τέλει, κατεβλήθη σε αυτόν εύλογη αποζημίωση (η οποία αποτελεί μορφή δίκαιης ικανοποίησης ως αντιστάθμισμα για την προκληθείσα ζημία, λόγω παραβίασης δικαιώματος προβλεπομένου εκ του νόμου). Με την απόφαση Νησιώτης κατά Ελλάδας, το ΕΔΔΑ δεν δέχθηκε ως επιχείρημα για την υπερπλήρωση των φυλακών την έλλειψη οικονομικών πόρων, καθώς η διαβίωση των εγκλείστων στο Κατάστημα Κράτησης Ιωαννίνων ήταν αφόρητη και αντίθετη στο άρθρο 21 παρ.4 ΣωφρΚ.

Σε ότι αφορά το δικαίωμα στην υγεία εν στενή εννοία, τούτο <<διασφαλίζεται>>  με τη διάταξη του ά. 21 παρ. 3 του Συντάγματος. Συμπληρωματικά, υφίστανται και οι διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 5 και 7 παρ.2 Σ. Το εν λόγω δικαίωμα είναι απόλυτο και προστατεύεται τόσο σε ατομικό επίπεδο (σωματική και ψυχική ακεραιότητα), όσο και σε κοινωνικό. Πιο συγκεκριμένα, η τελευταία διάταξη αναφέρεται στην άμυνα προς απόκρουση επιθετικών ενεργειών τρίτων που στρέφονται κατά της υγείας και στη διασφάλιση ή αποκατάσταση της σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας του ατόμου. Τέλος, το άρθρο 5 παρ.5 Συντ. αναφέρεται στο προστατευτικό περιεχόμενο του ως άνω δικαιώματος.

Ειδικότερα, όσον αφορά στην υγειονομική περίθαλψη και σύμφωνα με το άρθρο 27 παρ.1 ΣωφρΚ, θα πρέπει να παρέχεται στους ασθενείς κρατουμένους επαρκής ιατρική και φαρμακευτική περίθαλψη. Ακόμη, η διεύθυνση οφείλει να παρέχει τα απαραίτητα μέσα για την τήρηση της ατομικής υγιεινής, καθαριότητας και εν γένει για την ομαλή διαβίωση των κρατουμένων στις φυλακές, βάσει του άρθρου 25 παρ.1 ΣωφρΚ.

Επιπροσθέτως, βάσει του άρθρου 32 παρ.1 ΣωφρΚ, η παροχή κατάλληλης διατροφής στους εγκλείστους αποτελεί υποχρέωση του κράτους. Κάθε κρατούμενος μπορεί, με δική του δαπάνη, να προμηθευθεί τρόφιμα ή αγαθά για την κάλυψη των ατομικών του αναγκών.

Σε ότι αφορά την επικοινωνία των κρατουμένων με το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον, τούτη ρυθμίζεται από τα άρθρα 51 επ. ΣωφρΚ. Οι επισκέψεις μάλιστα, κατά το άρθρο 52 ΣωφρΚ, έχουν ως στόχο αφενός τη διατήρηση των δεσμών του κρατούμενου με την οικογένειά του  και αφετέρου τη δημιουργία θετικών διαπροσωπικών σχέσεων με άλλα πρόσωπα εκτός του καταστήματος κράτησης. Τα τελευταία χρόνια έχουν ψηφισθεί νομοθετικά μέτρα, τα οποία οδήγησαν στη βελτίωση της λειτουργίας των καταστημάτων κράτησης, με επιπλέον διευκολύνσεις στο δικαίωμα επικοινωνίας των κρατουμένων (ά.53 ΣωφρΚ), μέτρα αποσυμφόρησης των φυλακών, η κοινωφελής εργασία κλπ., ενώ ιδιαιτέρως σημαντική χαρακτηρίζεται η δυνατότητα των αλλοδαπών κρατουμένων να εκτίουν πλέον την ποινή τους στη χώρα προέλευσής τους.

Όσον αφορά στην καταγγελία των εγκλείστων σε σχέση με τις συνθήκες κράτησης, εφόσον στρέφεται κατά σωφρονιστικών υπαλλήλων ή αστυνομικών, η προκαταρκτική εξέταση δεν διενεργείται από αστυνομικό ανακριτικό υπάλληλο, αλλά αυτοπροσώπως από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών (ά. 30 παρ. 1 ΚΠΔ)· σε περίπτωση δε, που υφίσταται «εμπλοκή» εποπτεύοντος εισαγγελικού λειτουργού, σύμφωνα με τα ά. 567 ΚΠΔ και 85 ΣωφρΚ– ενημερώνεται ο αρμόδιος Εισαγγελέας Εφετών να ενεργήσει ο ίδιος τα οριζόμενα στο άρθρο 32 ΚΠΔ, ώστε να εξασφαλίζεται η θεσμική ανεξαρτησία. Επιπλέον, η έναρξη της προκαταρκτικής εξέτασης απαιτείται να είναι άμεση και η περάτωσή της ταχεία, λόγω της φύσης της υποθέσεως, η οποία επιβάλλει να μην εξαντλείται το χρονικό περιθώριο που ορίζεται στο άρθρο 243 παρ.2 ΚΠΔ. 

Εν κατακλείδι, είναι γεγονός ότι η προβλεπομένη στο άρθρο 567 ΚΠΔ προσφυγή προς τον Εισαγγελέα-Επόπτη της φυλακής, ναι μεν επιτρέπει στους κρατουμένους να υποβάλλουν αιτήματα, που αφορούν στην υγιεινή, την ιατρική παρακολούθηση, τη διατροφή, τις επαφές με τους οικείους κ.λπ, ωστόσο δεν βρίσκεται σε απόλυτη συμβατότητα με το άρθρο 3 ΕΣΔΑ. Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 4 παρ.2 ΣωφρΚ, οι έγκλειστοι δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να στερούνται των δικαιωμάτων που τους παρέχει ο νόμος.

Δείτε την αρθρογραφία του Βαγγέλη Ζαφειριάδη εδώ

Σχόλια