Διαταγή πληρωμής: Απαράδεκτος ο λόγος ανακοπής που αφορά σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής απόσβεση της απαίτησης - Αναίρεση απόφασης εφετείου

AΠ 1094/2020 (πολ): Ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη.

«Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623, 626 παρ. 1 εδ. α' και 2, 628 παρ. 1 στοιχ. α, 629 εδ. α', 632, παρ. 1 εδ. α' και 633 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο στην προκείμενη υπόθεση χρόνο, προκύπτει, ότι αντικείμενο της δίκης που ιδρύεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής είναι το έγκυρο ή μη της έκδοσης της τελευταίας.
Συνεπώς, ισχυρισμοί που ανάγονται σε επιγενόμενη από την έκδοση της διαταγής πληρωμής απόσβεση της απαίτησης, δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγους της ανακοπής αυτής, ούτε να προταθούν με οποιοδήποτε τρόπο στη σχετική δίκη, αφού εξ ορισμού δεν υπήρχαν κατά την έκδοση της διαταγής πληρωμής και αντικειμενικά ήταν αδύνατη η προβολή τους για το λόγο ότι τα περιστατικά που τις στηρίζουν συντελέστηκαν μετά την έκδοση αυτής. Άρα δεν είναι λογικώς δυνατόν να επιδρούν στο έγκυρο της έκδοσής της. Έτσι, τα επιγενόμενα της έκδοσης της διαταγής πληρωμής περιστατικά, όπως η απόσβεση της απαίτησης εν όλω ή εν μέρει, με καταβολή του χρηματικού ποσού αυτής, μπορούν να προταθούν μόνο μέσω της κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπής κατά της εκτέλεσης (ΑΠ 1371/2018, ΑΠ 1344/2017, ΑΠ 1366/2008). 

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναίρεσης αναφέρεται μόνο στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 2001/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 2-4-2012 αίτηση της αναιρεσείουσας προς το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, εκδόθηκε η…. διαταγή πληρωμής αυτού, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν σ' αυτήν, ως χρεωστικό υπόλοιπο της καταρτισθείσας σύμβασης πίστωσης με ανοικτό/αλληλόχρεο λογαριασμό, ποσό 296.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο. Κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 22-5-2012 ανακοπή τους και στη συνέχεια, με το από 30-7-2013 αυτοτελές δικόγραφο, πρόσθετους λόγους ανακοπής. Με την 225/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, απορρίφθηκε η ανακοπή και οι πρόσθετοι λόγοι ανακοπής. Κατά της απορριπτικής απόφασης, οι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 17-7-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 133/2013 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία, αφού απορρίφθηκαν οι λοιποί λόγοι της έφεσης, έγινε δεκτός ο έβδομος λόγος της έφεσης, με τον οποίο το Εφετείο έκρινε ότι παραδεκτά το πρώτον ενώπιόν του, υποβλήθηκε ένσταση μερικής απόσβεσης της απαίτησης για την οποία είχε εκδοθεί η άνω διαταγή πληρωμής και συγκεκριμένα λόγω καταβολής από το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητή στην προαναφερόμενη σύμβαση, ποσού 182.960,35 ευρώ. 

Ειδικότερα, από την παραδεκτά επισκοπούμενη προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το λόγο αυτό της έφεσης, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με τον έβδομο λόγο εφέσεως οι εκκαλούντες επικαλούνται το πρώτον στον παρόντα βαθμό, μερική εξόφληση της απαιτήσεως της εφεσίβλητης, κατά το ποσό των εκατόν ογδόντα δύο χιλιάδων, εννιακοσίων εξήντα και τριάντα πέντε λεπτών (182.960,35) ευρώ τα οποία κατέβαλε στην εφεσίβλητη δανείστρια το Ελληνικό Δημόσιο που απετέλεσε τον εγγυητή ποσοστού στη σύμβαση αυτή. Ο λόγος αυτός παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό διότι τυγχάνει οψιγενής σε σχέση με την ανακοπή, δεδομένου ότι το Ελληνικό Δημόσιο φέρεται να κατέβαλε το ποσό στις 7-3-2013 ήτοι μετά την παρέλευση της προθεσμίας άσκησης της ενδίκου ανακοπής (15νθήμερο μετά την επίδοση της διαταγής που εγένετο στις ... επισημείωση δικ. Επιμελητή Πρωτοδικείου Καστοριάς Ν. Φ. επί του σώματος του αντιγράφου εξ απογράφου της διαταγής πληρωμής) (άρθρ. 527 παρ. 5 και 6 βλ. Πανταζόπουλου "Η ανακοπή", εκδ. 2001, σελ. 182). Είναι δε νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρου 417 ΑΚ (βλ. ΕφΑθ 201/1999 ΕΤΑΧΔ 2000.449, ΕφΑθ 3814/1996 ΔΕΕ 1997.300, Πανταζόπουλου, Ο.Π. σελ. 98) και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσίαν. Απ' όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται και τις ομολογίες που περιέχονται στις προτάσεις τους αποδεικνύεται ότι στις 7-3-2013 το Ελληνικό Δημόσιο ως εγγυητής της σύμβασης δανείου που συνήψαν οι διάδικοι, κατέβαλε το ποσό των 182.960,35 ευρώ, προς εξόφληση της απαιτήσεως, που το εισέπραξε η εφεσίβλητη δανείστρια Τράπεζα, όπως τούτο ομολογεί και στις προτάσεις που κατέθεσε νομότυπα και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας (βλ. σελ. 12, 13 προτάσεων)". 

Με την παραδοχή αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τον ως άνω λόγο της έφεσης και μετά την εξαφάνιση της οριστικής απόφασης που είχε κρίνει αντίθετα, δέχθηκε ως βάσιμη εν μέρει την ανακοπή, λόγω της μερικής εξόφλησης της απαίτησης για την οποία είχε εκδοθεί η διαταγή πληρωμής και ακύρωσε κατά το καταβληθέν ποσό την προσβαλλόμενη με αυτήν διαταγή πληρωμής.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο υπέπεσε στην εκ του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, για την οποία μέμφεται την απόφασή του η αναιρεσείουσα με το λόγο αναίρεσης. Τούτο διότι, ενώ η προσβαλλόμενη με την ανακοπή 61/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς εκδόθηκε στις 4-4-2012, η δε καταβολή του χρηματικού ποσού από το Ελληνικό Δημόσιο στην αναιρεσείουσα Τράπεζα για τη μερική εξόφληση της απαίτησης από τη διαταγή πληρωμής, έγινε, κατά την παραδοχή του Εφετείου, στις 7-3-2013, ήτοι μετά την έκδοση της διαταγής πληρωμής.
Συνεπώς ο αποσβεστικός λόγος της μερικής εξόφλησης της απαίτησης δεν υπήρχε κατά τον κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο κρίνονται οι προϋποθέσεις εγκυρότητας της έκδοσης της διαταγής πληρωμής και ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προρηθέντα, ο επιγενόμενος της έκδοσης της διαταγής πληρωμής λόγος, δεν μπορεί να προταθεί ως λόγος ακυρότητας της έκδοσης αυτής. Κατ' ακολουθία, ο γενόμενος δεκτός λόγος της ανακοπής περί της μερικής εξόφλησης, ήταν απαράδεκτος, και το Εφετείο, κατά παράβαση των ανωτέρω διατάξεων, παρά το νόμο δεν κήρυξε το απαράδεκτο αυτό. 

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται σχετική, εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, παραδεκτά προβαλλόμενος, καθόσον η αναιρεσείουσα, όπως βάσιμα ισχυρίζεται, είχε προτείνει τον ισχυρισμό περί απαραδέκτου του λόγου τούτου της ανακοπής των αναιρεσίβλητων με τις προτάσεις που υπέβαλε στο Εφετείο, για την και ανωτέρω εκτιθέμενη αιτία (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), παρεκτός του ότι το σφάλμα του Εφετείου προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 περ. β' ΚΠολΔ), είναι βάσιμος. Επομένως, κατά παραδοχή αυτού του λόγου της αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος τούτο, ήτοι κατά το μέρος που ακύρωσε εν μέρει την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής επειδή καταβλήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο στην αναιρεσείουσα, για την ένδικη απαίτηση αυτής κατά των αναιρεσίβλητων, ποσό 182.960,35 ευρώ, αλλά και κατά τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης». (δημοσίευση απόφασης: areiospagos.gr)

Σχόλια

Στήρiξε το LegalNews24.gr