Η ελευθερία του τύπου «στο απόσπασμα»

Της Ευλαμπίας (Μπίας) Τσολάκη, δικηγόρου

Η ελευθερία του τύπου, συνιστώντας επιμέρους εκδήλωση της ελευθερίας της έκφρασης[1], η οποία θετικά συνδέεται με την αναγνώριση του δικαιώματος στον καθένα να εκφράζεται ελεύθερα[2], κατά κύριο λόγο έχει διττό περιερχόμενο (14§ 2 Συντ.). Από τη μία πλευρά, αναφέρεται στην ενεργητική έκφανσή της και αφορά στην αναγνώριση της ελευθερίας τόσο του εκδότη όσο και του δημοσιογράφου. Από την άποψη του εκδότη, η προστασία της ελευθερίας του τύπου καταλαμβάνει όλα τα στάδια έκδοσης έως την τελική διάθεση του ειδησεογραφικού υλικού στο κοινό[3]. Ειδικότερα, περιλαμβάνει τη δυνατότητα κάθε προσώπου, είτε φυσικού, ακόμη και ανηλίκου (π.χ. σχολικές εφημερίδες)[4] είτε νομικού[5], στην τελευταία περίπτωση πάντως ιδιωτικού δικαίου, να  στελεχώνει ελεύθερα τους φορείς ενημέρωσης με προσωπικό, το οποίο δεν απαιτείται να απαρτίζεται πάντως από επαγγελματίες δημοσιογράφους[6], να συλλέγει πληροφορίες[7]και να προβαίνει στην ελεύθερη κυκλοφορία, διανομή και πώληση του ειδησεογραφικού προϊόντος[8]. Από την άποψη του δημοσιογράφου, περιλαμβάνει[9] την (εσωτερική) ελευθερία του δημοσιογράφου έναντι του εκδότη, κατά την οποία αυτός δεν επιτρέπεται να υποχρεωθεί να γράψει και να υπογράψει ό, τιδήποτε αντίθετο προς τις προσωπικές του απόψεις για να συμμορφωθεί με τη «γραμμή» του φορέα της απασχόλησής του ούτε ασφαλώς και δεσμεύεται ως προς την έκφραση των πεποιθήσεών του εκτός του τελευταίου. Εκτός της εσωτερικής, ο δημοσιογράφος απολαύει και της εξωτερικής ελευθερίας του, η οποία περιέχει το (αυτονόητο) δικαίωμά του να εκφράζει ελεύθερα την τοποθέτησή του στο εκάστοτε θέμα, βασιζόμενος πάντοτε σε αληθινά γεγονότα που οφείλει να εξακριβώνει. Όταν πάλι κάτι τέτοιο δεν καθίσταται εφικτό φρονούμε ότι υποχρεούται τουλάχιστον, αν μη τι άλλο, να εκφράζει με σαφήνεια την επιφύλαξή του προκειμένου ο αποδέκτης της πληροφορίας να μπορεί να είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι οι αναπαραχθείσες πληροφορίες δεν είναι διασταυρωμένες. Από την άλλη μεριά, η άλλη πλευρά του «νομίσματος» της ελευθερίας του τύπου αναφέρεται στην παθητική όψη της πληροφόρησης, δηλαδή στο δικαίωμα του αναγνωστικού κοινού να επιλέγει ελεύθερα τις πηγές της ενημέρωσής του, δικαίωμα το οποίο λογικά προαπαιτεί ποικιλία των ειδησεογραφικών φορέων, δηλαδή με άλλα λόγια τη λεγόμενη πολυφωνία. Με αυτή την έννοια, μάλιστα, ο τύπος συχνά αναφέρεται ως η περίφημη «τέταρτη» εξουσία διότι υπό την προϋπόθεση της πλουραλιστικής του λειτουργίας, η οποία σε τελική ανάλυση αποτελεί μία ελάχιστη εγγύηση για την ποιοτική στάθμη της παρεχόμενης πληροφόρησης ως προς την αντιστοίχισή της με την πραγματικότητα, διαμορφώνει την κοινή γνώμη, προδιαγράφοντας τις πολιτικές επιλογές των πολιτών. Ακριβώς, για το λόγο αυτό, άλλωστε θεωρητικά η ελευθερία του τύπου (θα έπρεπε να) προστατεύεται και ως θεσμική εγγύηση, δηλαδή εξ αντικειμένου, ανεξάρτητα από την προάσπιση των (υποκειμενικών) συμφερόντων συγκεκριμένων φορέων της διότι η ανεμπόδιστη λειτουργία ενός συστήματος αυθεντικής ελευθεροτυπίας αποτελεί λυδία λίθο της ίδιας της Λαϊκής κυριαρχίας και κατ’ επέκταση της Δημοκρατικής αρχής (άρθρ. 1 §§ 1 και 2 Συντ.)[10].          

Όπως και σε άλλες περιπτώσεις συνταγματικά αναγνωριζόμενων δικαιωμάτων, η κατοχύρωση της ελευθερίας του τύπου είναι αναγκαίο να υπογραμμισθεί ότι δε (θα έπρεπε να) συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την υποχρέωση του κράτους να απέχει από παρεμβάσεις στην ακώλυτη λειτουργία της, με την καθιέρωση δηλαδή του λεγόμενου status negativus, στο πλαίσιο του οποίου η έννοια του σεβασμού των συνταγματικών δικαιωμάτων περιορίζεται και εξαντλείται αποκλειστικά στην εξάλειψη κάθε κρατικής επέμβασης. Μία τέτοια θεώρηση μπορεί να εκφράζει ένα στοιχειώδες προαπαιτούμενο για τη διασφάλιση της ελευθερίας του τύπου, αλλά per se δεν είναι αρκετή για να την εγγυηθεί ουσιαστικά. Με το δεδομένο ότι η ελευθερία του τύπου χρειάζεται ένα βασικό θεσμικό περιβάλλον προκειμένου να βλαστήσει και να αναπτυχθεί μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι εκτός από την υποχρέωση της πολιτείας να απέχει από κάθε αθέμιτη, συμπεριλαμβανομένης της αδιαφανούς, παρέμβασης στην ανεμπόδιστη λειτουργία της (υποχρέωση αποχής), απαιτείται παράλληλα και πολύ περισσότερο η θετική κρατική συμβολή στη διαμόρφωση του απαιτούμενου νομικού πλαισίου που θα εγγυάται την ανεξαρτησία των ενεργητικών υποκειμένων της ελευθεροτυπίας, δηλαδή των εκδοτών και των δημοσιογράφων (υποχρέωση ενέργειας). Ο πρώτος στόχος, δηλαδή η ανεξαρτησία των εκδοτών, θετικοποιείται μάλιστα σε συνταγματικό επίπεδο με τη ρύθμιση του άρθρου 14 § 9 Συντ., αλλά ενόψει του γεγονότος ότι έχει αποτελέσει αντικείμενο εκτενούς δημόσιας συζήτησης με τον περιβόητο νόμο για το βασικό μέτοχο δε θα αναφερθούμε περαιτέρω σε αυτό το σημείο με την επιφύλαξη πάντως να επανέλθουμε εν ευθέτω χρόνω. Ο δεύτερος στόχος, δηλαδή η ανεξαρτησία των δημοσιογράφων, εκλαμβάνεται σχεδόν με ένα «μυστικιστικό» τρόπο αυτονόητα διασφαλισμένος χωρίς η πολιτεία να έχει προβεί, στο βαθμό που τουλάχιστον γνωρίζουμε, στη διαμόρφωση ενός θεσμικού πλαισίου που να κατοχυρώνει την ουσιαστική ελευθερία του μεμονωμένου δημοσιογράφου από άμεσες ή έμμεσες παρεμβολές στο έργο του, κι ας είναι αυτός που το έχει περισσότερο ανάγκη. Με άλλα λόγια, φαίνεται να έχει επικρατήσει η λογική ότι η γενική αναγνώριση του δικαιώματος στην ελεύθερη έκφραση δυνάμει του άρθρου 14 § 1 Συντ. «φτάνει και περισσεύει» για την προστασία του εκάστοτε μαχόμενου δημοσιογράφου για την ανάδειξη, καταγραφή και γνωστοποίηση της αλήθειας των γεγονότων στο κοινό, προσέγγιση ασφαλώς ολωσδιόλου εσφαλμένη και αποπροσανατολιστική.  

Για τη διαπίστωση του πλήρως πεπλανημένου χαρακτήρα της παραπάνω αντίληψης, αρκεί να αναλογιστεί κανείς πώς μπορεί άραγε ο μεμονωμένος δημοσιογράφος να αμυνθεί ουσιαστικά κυριολεκτικά σε ένα πογκρόμ δικαστικών διώξεων με μόνο νομικό πολεμοφόδιο το θεωρητικό επιχείρημα της ελευθερία της έκφρασης; Πώς είναι δυνατόν να υπερασπιστεί το προϊόν του ρεπορτάζ του, όταν δέχεται συντονισμένες επιθέσεις από οργανωμένα πολιτικά και επιχειρηματικά συμφέροντα που στην πράξη επιχειρούν να φιμώσουν το θεωρητικό δικαίωμά του να εκφράζεται ελεύθερα; Η ανισομέρεια των συγκρουόμενων δυνάμεων καθιστά πρόδηλο ότι η ρεαλιστική απάντηση είναι ασφαλώς ότι βρίσκεται σε αδυναμία διότι η γενική και αφηρημένη προστασία του άρθρου 14 § 1 Συντ. θα έπρεπε να αποτελεί την αφετηρία, άλλως τη νομική βάση για την ουσιαστική πραγμάτωση της προάσπισής του με την παροχή ενός ολόκληρου θεσμικού οπλοστασίου οχύρωσης της ουσιαστικής ανεξαρτησίας του και όχι ασφαλώς το θεωρητικό έρεισμα μίας αποψιλωμένης από ουσιαστικό περιεχόμενο ελευθερίας που πόρρω απέχει από το να του εξασφαλίσει ένα βιώσιμο τρόπο ανταπάντησης. Από τη σκοπιά αυτή, κατά την αντίληψή μας, η πολιτεία δεν απολαύει απλώς την ευχέρεια, αλλά υπέχει την υποχρέωση να καταστήσει εφικτή την ανεμπόδιστη ελευθερία της έκφρασης του κάθε δημοσιογράφου  διασφαλίζοντας το κατάλληλο προς τούτο θεσμικό περιβάλλον. Έτσι, για παράδειγμα, εντελώς ενδεικτικά και συνοπτικά, φρονούμε ότι χρήσιμη θα ήταν προς αυτή την κατεύθυνση η καθιέρωση της υποχρεωτικής ασφάλισης των δημοσιογράφων από την αστική ευθύνη, όπως συμβαίνει με την ασφάλιση για το αυτοκινητικό ατύχημα, με τη διερεύνηση της δυνατότητας σύναψης ομαδικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων, η καθιέρωση αναγκαστικού προσταδίου για την έγερση αγωγής εναντίον δημοσιογράφου ως προς την άσκηση των καθηκόντων του, ως προϋπόθεσης του παραδεκτού της, το οποίο θα συνίσταται στη (μη υποχρεωτική) γνωμοδότηση του οικείου συνδικαλιστικού φορέα προάσπισης των συμφερόντων του δημοσιογραφικού κλάδου, καθώς και η πρόβλεψη ειδικού ταμείου ανεργίας για τους δημοσιογράφους, ιδιαίτερα μάλιστα για όσους περιήλθαν σε ανεργία μετά από την πτώχευση του φορέα απασχόλησής τους. Ενόψει μάλιστα της ψηφιοποίησης της λειτουργίας των ΜΜΕ και της διασυνοριακής πια ροής της πληροφορίας διαμέσου των ανοικτών διαδικτυακών διαύλων, φρονούμε ότι ουσιαστικές πρωτοβουλίες οφείλει να αναλάβει και η διεθνής κοινότητα στο γενικότερο επίπεδο της διασφάλισης των στοιχειωδών όρων για τη διεξαγωγή μίας δίκαιης δίκης σε σχέση με κάθε διωκόμενο δικαστικά δημοσιογράφο διότι η αποτελεσματική προστασία του τελευταίου υπερβαίνει την ατομικότητά του και συνιστά διακύβευμα της ποιότητας της δημοκρατίας μας. Το ότι μία τέτοια πρωτοβουλία είναι πιο απαραίτητη από ποτέ αποδεικνύεται και από την οδύσσεια, την οποία βιώνει ο Julian Assange εδώ και περίπου μία δεκαετία, χωρίς μάλιστα να προβλέπεται απ’ ό, τι φαίνεται σύντομα ένα «κάποιο τέλος»[11].

Όπως είναι γνωστό, ο Julian Assange αποτελεί ιδρυτή του ιστότοπου «WikiLeaks», ο οποίος το έτος 2010 δημοσιοποίησε πάνω από μισό εκατομμύριο απόρρητα έγγραφα της κυβέρνησης των Η.Π.Α. για τον πόλεμο στο Ιράκ και το Αφγανιστάν και άλλα ντοκουμέντα, τα οποία κατέγραφαν την τέλεση κοινών εγκλημάτων πολέμου από τον αμερικανικό στρατό[12]. Ανάμεσα στα παραπάνω, αίσθηση προκάλεσε και ένα βίντεο που απεικόνιζε αμερικανικό στρατιωτικό ελικόπτερο να πυροβολεί άμαχο πληθυσμό, μεταξύ του οποίου βρισκόταν και δύο δημοσιογράφοι του ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters[13]. Ύστερα από αυτό, οι Η.Π.Α. κίνησαν ποινική δίωξη για αυτή την άνευ προηγουμένου διαρροή «αδιαμφισβήτητων αποδείξεων για την τέλεση εγκλημάτων πολέμου και άλλων καταχρηστικών πρακτικών στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν»[14], όπως αυτολεξεί καταγγέλλει ο μεγάλος Αμερικανός διανοούμενος Noam Chomsky. Την 7η Δεκεμβρίου 2010 ο Assange παραδόθηκε στις αστυνομικές αρχές της Μεγάλης Βρετανίας και εν συνεχεία μετά από δέκα ημέρες αφέθηκε ελεύθερος με εγγύηση[15]. Ωστόσο, εξ αιτίας του γεγονότος ότι επιχείρησε να προσβάλει ανεπιτυχώς τη διαδικασία έκδοσής του στις Η.Π.Α. τον Ιούνιο του 2012 κατέφυγε στην Πρεσβεία του Ισημερινού στο Λονδίνο, όπου του παραχωρήθηκε άσυλο λόγω του φόβου για πολιτική δίωξη του στις Η.Π.Α. κατόπιν της επιδιωκόμενης έκδοσής του[16]. Εκεί παρέμεινε υπό ένα καθεστώς ιδιότυπου, δηλαδή εν τοις πράγμασι επιβαλλόμενου, εγκλεισμού για ένα χρονικό διάστημα περίπου επτά ετών. Στο διάστημα αυτό και για την ακρίβεια, μέσα στο 2016 ο ιστότοπος «WikiLeaks» δημοσίευσε μία σειρά από μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από και προς την Hilary Clinton, όταν κατείχε το αξίωμα της Υπουργού Εξωτερικών των Η.Π.Α., τα οποία επίσης προκάλεσαν μεγάλο ντόρο στο εσωτερικό της χώρας. Η παραμονή του στη συγκεκριμένη Πρεσβεία τερματίστηκε την 11η Απριλίου 2019, όταν ο Ισημερινός ανακάλεσε το χορηγηθέν σε αυτόν άσυλο και κάλεσε τις αστυνομικές αρχές να προβούν στη σύλληψή του, όπερ και εγένετο[17].  

Αμέσως μετά, ο Julian Assange καταδικάστηκε για την παραβίαση των όρων της (αρχικής) εγγύησής του σε πενήντα εβδομάδες φυλάκισης ενώ παράλληλα οι Η.Π.Α. απήγγειλαν ένα μακροσκελές κατηγορητήριο εναντίον του κατά κύριο λόγο για πράξεις κατασκοπίας εις βάρος τους[18].Σε αυτό το σημείο, απαιτείται να υπογραμμισθεί ότι για την εκτέλεση της ποινής του επιλέχθηκε η φυλακή «Belmarsh», η οποία είναι υψίστης ασφαλείας καθώς προορίζεται για τον εγκλεισμό τρομοκρατών και γενικότερα αδίστακτων εγκληματιών[19]με αποτέλεσμα η «Wikipedia»να τη χαρακτηρίζει ως τη «βρετανική εκδοχή του Γκουαντάναμο»[20].  Από το σημείο αυτό και πέρα, καταγγέλλονται ασύλληπτες για μία σύγχρονη δημοκρατία παραβιάσεις του δικαιώματος του ιδρυτή της «WikiLeaks»να υπερασπιστεί τον εαυτό του και ως εκ τούτου να τύχει μίας δίκαιης δίκης από πρόσωπα με ανεπίληπτα κίνητρα. Έτσι, για παράδειγμα ο Κρίστιαν Μιρ, διευθυντής της οργάνωσης «Ρεπόρτερ χωρίς σύνορα», δήλωσε[21] στη «Deutsche Welle» ότι στην πρώτη φάση της δίκης για την έκδοσή του κατά το Φεβρουάριο του τρέχοντος έτους, πριν δηλαδή το κύμα της πανδημίας, είχε σοκαριστεί από τις συνθήκες διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας διότι ο Assange εμφανιζόταν πίσω από ένα γυάλινο κουβούκλιο-για ποιο ακριβώς λόγο άραγε;-με αποτέλεσμα να δυσχεραίνεται η επικοινωνία του με τους δικηγόρους του κατά τη διάρκεια της δίκης (προσβολή του δικαιώματος για δίκαιη δίκη) ενώ δεν είχε ληφθεί η πρόνοια να διευκολυνθεί η παρακολούθηση της δίκης από διεθνείς ΜΚΟ και κοινοβουλευτικούς (αναιτιολόγητη νόθευση της δημοσιότητας της δίκης). Περαιτέρω, ο Nils Melzer, ειδικός εισηγητής των Ηνωμένων Εθνών (U.N.), ο οποίος επισκέφτηκε τον Julian Assange στη φυλακή, αναφέρει[22] ότι του παρέχεται περιορισμένη σε συχνότητα και διάρκεια επαφή με τους δικηγόρους του ενώ δεν έχει πρόσβαση στα έγγραφα και λοιπά αρχεία της δικογραφίας με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη μία επαρκής προετοιμασία για την υπεράσπισή του. Παράλληλα, επισημαίνει[23] αυτολεξεί ότι «Από το 2010, όταν το WikiLeaks άρχισε να δημοσιεύει αποδείξεις τέλεσης εγκλημάτων πολέμου και βασανιστηρίων από τις ένοπλες δυνάμεις των Η.Π.Α., γίναμε μάρτυρες μίας διαρκούς και εναρμονισμένης προσπάθειας εκ μέρους αρκετών κρατών προκειμένου να εκδοθεί στις Η.Π.Α. για να διωχθεί ποινικά, γεγονός που εγείρει σοβαρά ερωτήματα αναφορικά με την “εγκληματοποίηση” της ερευνητικής δημοσιογραφίας κατά παράβαση του Συντάγματος των Η.Π.Α. και του διεθνούς δικαίου για την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων». Την ίδια στιγμή, με παρρησία τονίζει[24] ότι «έκτοτε, έχει εξαπολυθεί μία χωρίς σταματημό και όρια εκστρατεία δημόσιας παρενόχλησης, εκφοβισμού και δυσφήμισής του, όχι μάλιστα μονάχα εντός των Η.Π.Α., αλλά και στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Σουηδία και πρόσφατα στον Ισημερινό». Κατά την εκτίμησή του[25], πρόκειται για ένα ατέρμονο κύμα εξευτελιστικών, ταπεινωτικών και απειλητικών σχολίων στον τύπο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ακόμη και από σημαντικές πολιτικές προσωπικότητες και δικαστικούς λειτουργούς που εμπλέκονται στη δίωξη του, δεδομένου[26] ότι «κατά τα τελευταία εννέα έτη, ο κύριος Assange εκτέθηκε σε συστηματική και προοδευτικά σοβαρή ηθική παρενόχληση κάθε είδους, από τη διαρκή δικαστική του δίωξη και τον αυθαίρετο εγκλεισμό του στην Πρεσβεία του Ισημερινού έως την εκβιαστική απομόνωσή του, τον εμπαιγμό  και παρακολούθησή του μέσα στην Πρεσβεία και από την εμπρόθετη συλλογική γελοιοποίηση, τις προσβολές και τις ταπεινώσεις έως στην ανοιχτή παρακίνηση άσκησης βίας εναντίον του, ακόμη και τα επαναλαμβανόμενα απειλητικά τηλεφωνήματα για δολοφονία του».

Μάλιστα, οι διαπιστώσεις γίνονται ακόμη πιο σοκαριστικές σε ό, τι αφορά την υγεία του Julian   Assange διότι στις 9 Μαΐου του έτους 2019 ο προαναφερθείς απεσταλμένος των Ηνωμένων Εθνών τον επισκέφθηκε μαζί με δύο γιατρούς ειδικούς στην εξέταση πιθανών θυμάτων βασανιστηρίων (torture) και γενικότερα κακοποιητικής συμπεριφοράς (other ill-treatment). Κατά τη δική τους αξιολόγηση[27], «ήταν πρόδηλο ότι η υγεία του κυρίου Assange επηρεάστηκε σοβαρά από το υπερβολικά εχθρικό και αυταρχικό περιβάλλον, στο οποίο έχει εκτεθεί για τόσο πολλά έτη. Εντούτοις, το πιο σημαντικό είναι ότι εκτός από τις σωματικές παθήσεις, ο κύριος Assange παρουσίασε όλα τα τυπικά συμπτώματα μίας μακροχρόνιας έκθεσης σε ψυχολογικά βασανιστήρια, συμπεριλαμβανομένου του υπέρμετρου στρες, του χρόνιου άγχους και ενός σοβαρού ψυχολογικού τραύματος». Έτσι, «οι αποδείξεις ξεκάθαρα βοούν ότι ο κύριος Assange έχει εμπρόθετα εκτεθεί, για μία περίοδο αρκετών ετών, σε προοδευτικά σοβαρές μορφές βίαιης, απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας, τα σωρευτικά αποτελέσματα των οποίων μπορούν μόνο να τύχουν περιγραφής υπό τον όρο “ψυχολογικά βασανιστήρια”»[28].

Υπό το φως των παραπάνω ασύλληπτων για τις «σύγχρονες» δημοκρατίες μας ευρημάτων, ο Nils Melzer κλείνει αυτό τον απολογισμό[29] ενθαρρύνοντας «και τις τέσσερις κυβερνήσεις που εμπλέκονται με την υπόθεση να απέχουν από κάθε περαιτέρω ενθάρρυνση, διάδοση ή ανοχή σχολίων ή άλλων ενεργειών που ενέχουν οιαδήποτε προκατάληψη σε βάρος των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εν γένει της αξιοπρέπειας του κυρίου Assange και να λάβουν μέτρα προκειμένου να αποκαταστήσουν το κακό που του έχει προκληθεί όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα». Παράλληλα, απευθύνει έκκληση προς την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου να μην εκδώσει τον Assange στις Η.Π.Α. ή σε οποιοδήποτε άλλο κράτος που δεν είναι σε θέση να παράσχει επαρκείς εγγυήσεις ότι δε θα τον παραδώσει στις Η.Π.Α. ενώ της υπενθυμίζει την υποχρέωσή της να διασφαλίσει την ακώλυτη πρόσβασή του σε νομικό παραστάτη και στο αρχείο της δικογραφίας[30]. Καταλήγει[31] αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «στα 20 έτη που εργάζομαι με θύματα πολέμου, βίας και πολιτικών διώξεων δεν έχω ξαναδεί μία ομάδα δημοκρατικών κρατών να συνασπίζονται εμπρόθετα προκειμένου να απομονώσουν, να δαιμονοποιήσουν και να κακοποιήσουν ένα άτομο για τόσο καιρό χωρίς τον ελάχιστο σεβασμό για την αξιοπρέπειά του και το κράτος δικαίου. Αυτή η συλλογική δίωξη του Julian Assange πρέπει να τελειώσει τώρα». Τέλος, τόσο καιρό μετά από την «αυτοψία» που διενήργησε δηλώνει[32] σε συνομιλία του με τη Deutsche Welle ότι «στην περίπτωση Assange ακυρώθηκε το κράτος δικαίου. Πράγματα αυτονόητα που δικαιούνται όσοι διέπραξαν τα πιο σοβαρά εγκλήματα πολέμου ενώπιον του δικαστηρίου της Χάγης, δεν ισχύουν για τον Ασάνζ. Δεν έχει επαφή με τους Αμερικανούς δικηγόρους του, περιορισμένη επαφή με τους Βρετανούς δικηγόρους του και σχεδόν καθόλου πρόσβαση σε νομικά έγγραφα». 

Αδιαμφισβήτητα, η εικόνα που σκιαγραφείται από τις παραπάνω περιγραφές αποκαθηλώνει την αρχή του κράτους δικαίου από το υψηλό βάθρο, στο οποίο υποτίθεται ότι είναι τοποθετημένη στις σύγχρονες δημοκρατίες. Πάντως, οι Η.Π.Α. για να υποστηρίξουν το κατηγορητήριο, το οποίο απήγγειλαν εναντίον του Julian Assange και το οποίο εάν επιβεβαιωθεί δικαστικά θα καταδικαστεί σε κάθειρξη 175 ετών, οχυρώνονται πίσω από τον «απόρρητο» χαρακτήρα των εγγράφων που δημοσίευσε το «WikiLeaks». Χωρίς αμφιβολία η αμερικανική κυβέρνηση διέθετε τη δημοκρατική νομιμοποίηση για να αποδώσει το χαρακτηρισμό του «απορρήτου» κατά βούληση, μπορεί όμως αυτό να σημαίνει ότι η επιλογή της αυτή κείται υπεράνω του νόμου ότι δηλαδή είναι ανέλεγκτη δικαστικά; Κατά την αντίληψή μας, η έμμεση δημοκρατική νομιμοποίηση που επιτυγχάνεται στα σημερινά δημοκρατικά πολιτεύματα δεν ισοδυναμεί με λευκή επιταγή. Ως εκ τούτου μία κυβέρνηση επί της αρχής όχι μόνο δικαιούται, αλλά και υποχρεούται να χαρακτηρίζει έγγραφα ως «απόρρητα» με την αναγκαία όμως διευκρίνιση ότι κατά την άσκηση αυτής της ευχέρειάς της θα πρέπει να ελέγχεται, σύμφωνα με την επίσης θεμελιώδη αρχή που υποθετικά διέπει τις δημοκρατίες δυτικού τύπου της διάκριση των εξουσιών, ούτως ώστε να διαπιστώνεται εάν έγινε ορθή χρήση και όχι κατάχρησή της, όταν αμφισβητείται αυτή η ταμπέλα, όπως συμβαίνει στην εξεταζόμενη υπόθεση του Julian Assange. Περαιτέρω, επίσης, δεν μπορεί να εναντιωθεί κανείς σοβαρά στο ότι ένας τέτοιος δικαιοδοτικός έλεγχος αναφορικά με την άσκηση αρμοδιότητας του «σκληρού πυρήνα» της εκτελεστικής εξουσίας δύναται να είναι μόνο οριακός, αυτό όμως δε σημαίνει ότι μπορεί να είναι και ανύπαρκτος, Εν προκειμένω, δεν ασκείται κριτική σε ζητήματα per se εθνικής ασφαλείας, αλλά καταγγέλλεται με αδιάσειστες αποδείξεις ότι διεπράχθησαν εγκλήματα πολέμου από τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις. Εάν μία τέτοια καταγγελία δεν επιβάλλεται να διερευνηθεί και να ελεγχθεί δικαστικά, τότε τι απομένει πια από την τήρηση της διεθνούς νομιμότητας; Άραγε, για ποιο λόγο υπογράφονται όλες αυτές οι διεθνείς συνθήκες σε πλανητικό επίπεδο για έναν οξύμωρο πράγματι «εξανθρωπισμό» του πολέμου, ο οποίος τουλάχιστον δε θα πρέπει να πλήττει τον άμαχο πληθυσμό;  

Βέβαια, σε αυτό το σημείο θα μπορούσε κάποιος να αντιλέξει ότι και οι Η.Π.Α. δε διεκδικούν τίποτα παραπάνω από το να δικαστεί ο Julian Assange σε δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους. Εντούτοις, με τη στρατηγική της απροκάλυπτα φουλ-επίθεσης που υιοθέτησαν όλο το προηγούμενο διάστημα, σύμφωνα με την αντικειμενική αναφορά του προαναφερθέντος ειδικού εισηγητή των Ηνωμένων Εθνών μετά των δύο ειδικών υγείας, δεν μπορούν να ενσταλάξουν την πεποίθηση σε κανένα εχέφρονα πολίτη, γαλουχημένο με τα βασικά δημοκρατικά ιδεώδη και εμφορούμενο από μία στοιχειώδη κοινή λογική, ότι οι Η.Π.Α. μπορούν και θέλουν να διεξάγουν μία δίκαιη δίκη χωρίς να έχουν προδικάσει την τελική  της έκβαση σε βάρος του Julian Assange. Ορθά επισημαίνεται από το Noam Chomsky[33]ότι σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιήθηκε μία κλασική «συνταγή» που έχει διττή στόχευση, δηλαδή και να αποδομήσει τη δημόσια εικόνα του Julian Assange και να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη από το πραγματικό διακύβευμα της δίκης του, από το κατά πόσο δηλαδή δικαιολογούνταν ή όχι οι διαρροές των συγκεκριμένων ντοκουμέντων στη διεθνή κοινότητα. Όπως ο ίδιος εξηγεί[34] «Στρέφοντας την προσοχή μακριά από την ουσία της υπόθεσης, η εμμονή με την προσωπικότητά του [Assange], υπονομεύει τη σημασία των αποκαλύψεων του WikiLeaks και την έκταση, στην οποία η κυβέρνηση κάλυψε ανάρμοστες συμπεριφορές εκ μέρους των ίδιων των πολιτών της. Υποτιμά το πόσο οι αποκαλύψεις που έκανε ο Assange το 2010 έφεραν στο φως 15.000 θύματα του άμαχου πληθυσμού στο Ιράκ που ήταν προηγουμένως άγνωστα, θύματα που οι ένοπλες δυνάμεις των Η.Π.Α. θα είχαν κουκουλώσει. Υπονομεύει το γεγονός ότι οι Η.Π.Α. προσπαθούν να επιτύχουν κάτι που μόνο αυταρχικά καθεστώτα μπορούν να ονειρεύονται: να αποφασίζουν τι μπορούν και τι δεν μπορούν να γράφουν οι δημοσιογράφοι σε όλο τον πλανήτη. Επιχειρείται να αποσιωπηθεί το γεγονός ότι όλοι όσοι αποκαλύπτουν «μυστικά» και η δημοσιογραφία καθαυτή, όχι απλώς ο Assange, κάθονται τώρα στο σκαμνί».

 Επιπλέον, εκτός από τις αντιδημοκρατικές εκτροπές που συνόδευσαν την ηθική «δολοφονία» του Julian Assange που μόνο ακροθιγώς θίχτηκαν εν προκειμένω, τις τελευταίες ημέρες πληροφορηθήκαμε από δημοσιογράφους ότι οι Η.Π.Α. ανακοίνωσαν κυρώσεις κατά υψηλόβαθμων αξιωματούχων του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (εφεξής ΔΠΔ), συμπεριλαμβανομένης της Εισαγγελέως Φατού Μπενσούντα, υποστηριζόμενες μάλιστα από μία πρωτοφανή δήλωση του Υπουργού Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, σύμφωνα με την οποία «κάθε πρόσωπο ή οντότητα που θα συνεχίσει να υποστηρίζει υλικά [την Εισαγγελέα]εκτίθεται επίσης σε κυρώσεις»[35]. Πρέπει δε να ληφθεί υπόψη ότι τα αντίμετρα αυτά οστεώνουν την αμερικανική «απάντηση» στην πρωτοβουλία του ΔΠΔ να διερευνήσει την τυχόν τέλεση εγκλημάτων πολέμου από Αμερικανούς στρατιώτες στο Αφγανιστάν[36]με αποτέλεσμα να προκληθεί η δικαιολογημένη αντίδραση του Προέδρου της Συνέλευσης των Κρατών Μελών του Δικαστηρίου, του δικαστή Ο’Γκον Κουόν, ο οποίος τόνισε ότι οι κυρώσεις αυτές αποτελούν μία επίθεση κατά της διεθνούς δικαιοσύνης και του κράτους δικαίου[37]. Κατά συνέπεια, έστω και μέσα από τις λίγες αυτές γραμμές μπορεί να γίνει αντιληπτό ότι οι Η.Π.Α. μη τηρώντας ούτε τα ελάχιστα προσχήματα αναφορικά με την υπόθεση του Julian Assange έχει εκτεθεί ανεπανόρθωτα στη διεθνή κοινότητα, αδυνατώντας να πείσει στοιχειωδώς για τις απροκατάληπτες προθέσεις της εις βάρος του.    

Τώρα, «ο κλήρος έλαχε» στο Ηνωμένο Βασίλειο έστω και σε αυτή την ύστατη στιγμή να αρθεί στο ύψος που απαιτούν οι περιστάσεις και να μην επιτρέψει άλλο τη βίαιη και απροκάλυπτη παραβίαση του δικαιώματος του Julian Assange να τύχει μίας δίκαιης δίκης αναφορικά με τη διαδικασία έκδοσής του στις Η.Π.Α., κάτι βέβαια που προϋποθέτει όχι μόνο την αποκατάσταση της ελεύθερης επικοινωνίας του με τους δικηγόρους του και την ανεμπόδιστη πρόσβασή του σε όλο ανεξαιρέτως το υλικό της δικογραφίας σε χρονικά περιθώρια που επιτρέπουν την οργάνωση μίας σοβαρής υπερασπιστικής γραμμής, αλλά οπωσδήποτε και την προστασία του από τις παντοειδείς ανοίκειες επιθέσεις που δέχεται εδώ και μία δεκαετία. Πράγματι, προσφυώς διαπιστώνει ο Noam Chomsky ότι σήμερα δικάζεται η ελευθερία του τύπου και οφείλουμε όλοι να ενώσουμε τη φωνή μας για να την προασπιστούμε σθεναρά διότι παρά τις ομολογουμένως σοβαρές παρενέργειες που μπορεί να έχει, εάν σιωπήσει τότε οι σύγχρονες δημοκρατίες μας θα πάρουν μία άνευ προηγουμένου κατρακύλα, μία κατρακύλα που θα ωχριά μπροστά στα τωρινά παράπονά μας. Φανταστείτε πόσους «Julian Assange» χρειάζεται η ανθρωπότητα για να λάβει επιτέλους τις απαντήσεις που της αξίζουν εκεί όπου οι παραδοσιακές «εξουσίες» έχουν αποτύχει παταγωδώς, με άλλα λόγια πόσα ανεξιχνίαστα σκάνδαλα που ταλάνισαν το δημόσιο βίο θα είχαν τελικά διαλευκανθεί, εκεί που τόσοι γραφειοκράτες δεν κατάφεραν να «βγάλουν άκρη». Ασφαλώς, η χρήση μίας ελευθερίας εγκυμονεί κινδύνους κατάχρησης, αλλά η λύση δεν είναι ούτε η περιστολή της ούτε πολύ περισσότερο η εξάλειψή της, αλλά η θεσμική της θωράκιση και επιτέλους η εμπέδωση της συνείδησης της ιδιότητας του πολίτη.  Άλλωστε, εάν ο Julian Assange παραδοθεί σαν πρόβατο στη σφαγή, πώς είναι δυνατόν να αξιώνουμε από τους υπόλοιπους δημοσιογράφους να δίνουν τη μάχη κυριολεκτικά στην πρώτη γραμμή της ενημέρωσης για όλους εμάς; Πώς είναι δυνατόν τελικά να μην τους «εγκλωβίζουμε» σε μία «light» δημοσιογραφία που χωρίς να σκοπεύουμε να την υποτιμήσουμε εν τοιαύτη περιπτώσει δε συνεισφέρει τίποτα στην ουσιαστική λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, που είναι το ουσιαστικό ζητούμενο της ελευθερίας του τύπου; Έρχεται ο καιρός που ακόμη και οι μοναχικοί Δον Κιχώτες χρειάζονται βοήθεια και οφείλουμε να την προσφέρουμε διότι αυτοί έχουν χάσει τη βολή τους για χρόνια ενώ εμείς καλούμαστε να το πράξουμε μόνο για μερικές στιγμές ειλικρινούς συμπαράστασης ως αντίδωρο για την αλήθεια που μας «κέρασαν».

 «Julian Assange is not on trial for his personality-but here’s how the US government made you focus on it» (Noam Chomsky)

Το σχετικό κείμενο του Noam Chomsky μπορείτε να το αναγνώσετε στο εξής link:

https://www.independent.co.uk/voices/julian-assange-trial-us-trump-chelsea-manning-chomsky-walker-b420930.html

*Ο τίτλος αποτελεί παράφραση από τον τίτλο του βιβλίου του Ανδρέα Γ. Παπανδρέου «Η δημοκρατία στο απόσπασμα»

**Η Ευλαμπία Τσολάκη είναι Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ΜΔΕ Αστικού, Αστικού Δικονομικού και Εργατικού δικαίου της Νομικής Σχολής ΑΠΘ LL.M. in Transnational and European Commercial Law, Mediation, Arbitration and Energy Law of International Hellenic University (IHU) & Υποψήφια Διδάκτωρ Εργατικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ.

Δείτε και άλλα άρθρα της Ευλαμπίας Τσολάκη εδώ



[1] Χρυσόγονος-Βλαχόπουλος, Ατομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα (έκδ.4η), σελ.345.

[2] Χρυσόγονος-Βλαχόπουλος, ό.π., σελ.331.

[3] Χρυσόγονος-Βλαχόπουλος, ό.π., σελ.346.

[4] ibid.

[5] Χρυσόγονος-Βλαχόπουλος, ό.π., σελ.347, όπου βέβαια διευκρινίζεται ότι την εκδοτική ιδιότητα αμέσως ή εμμέσως δεν μπορεί να λάβει ένα ΝΠΔΔ.

[6] ibid.

[7] ibid.

[8] Χρυσόγονος-Βλαχόπουλος, ό.π, σελ.348.

[9] ibid.

[10] Χρυσόγονος-Βλαχόπουλος, ό.π., σελ.349.

[11] Δανειζόμαστε την έκφραση από το ομώνυμο βιβλίο του Julian Barnes «The sense of an Ending», που στα ελληνικά έχει αποδοθεί ως «Ένα κάποιο τέλος», βλ. εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (μετ. Θωμάς Σκάσσης).

[12]Βλ.Ματία Φον Χάιν (επιμέλεια: Ειρήνη Αναστασοπούλου), «Οι Η.Π.Α. κατά του Τζούλιαν Ασάνζ» σε https://www.dw.com/el/%CE%BF%CE%B9-%CE%B7%CF%80%CE%B1-%CE%BA%C E %B 1 % CF %8 4%CE %AC-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CF%84%CE%B6%C E%BF%CF% 8D% CE%BB %CE% B9 %CE%B 1%C E%BD-%CE%B1%CF%83%CE%AC%CE%BD%CE%B6/a-54843411 (τελευταία πρόσβαση την 10.09. 2020 10.45π.μ.).

[13]Βλ. Daley, «Julian Assange indictment fails to mention WikiLeaks that exposed US “war crimes” in Iraq» σε https://www.theguardian.com/media/2020/jun/15/julian-assange-indictment-fails-to-menti on-wikileaks-video-that-exposed-us-war-crimes-in-iraq (τελευταία πρόσβαση την 10.09.2020 10.42π.μ.).

[14] Chomsky, «Julian Assange is not on trial for his personality-but here’s how the US government made you focus on it», https://www.independent.co.uk/voices/julian-assange-trial-us-trump-chelsea-manning-chomsky-walker-b420930.html (τελευταία πρόσβαση την 10.09.2020 10.56π.μ.).

[15] https://en.wikipedia.org/wiki/Julian_Assange (τελευταία πρόσβαση την 10.09.2020 11.03π.μ.).

[16] ibid.

[17] ibid.

[18] ibid.

[19] Βλ. Ματία Φον Χάιν, ό.π.

[20] ibid.

[21] ibid.

[22] Nils Melzer, «UN expert says “collective prosecution” of Julian Assange must end now», https://ww w.ohch r.org/EN/NewsEvents/Pages/DisplayNews.aspx?NewsID=24665 (τελευταία πρόσβαση την 10. 09.2020 14.15μ.μ.).

[23] ibid.

[24] ibid.

[25] ibid.

[26] ibid.

[27] ibid.

[28] ibid.

[29] ibid.

[30] ibid.

[31] ibid.

[32] Ματία Φον Χάιν, ό.π.

[33] ό.π.

[34] ό.π.

[35] Βλ. σε άρθρο της ΕφΣ με τίτλο «Αμερικανικές κυρώσεις κατά του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου», https://www.efsyn.gr/node/258159 (τελευταία πρόσβαση 10.09.2020 16.05μ.μ.).

[36] ibid.

[37] Βλ σε άρθρο της Real με τίτλο, «Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο: Επίθεση κατά του κράτους δικαίου οι κυρώσεις των ΗΠΑ ενάντια στην εισαγγελέα Φατού Μπενσούντα», https://www.real.gr/kosmos /art hro/diethnes_poiniko _dikastirio_epithesi_kata_tou_kratous_dikaiou_oi_kyroseis_ton_ipa _ena ntia_s tin_eisaggelea_fatou_mpensounta-666948/  (τελευταία πρόσβαση την 10.09.2020 16.56μ.μ.).

Σχόλια