Καταγγελία σύμβασης Δικηγόρου. Πταίσμα και ελαφρά αμέλεια εργοδότη για άκυρη καταγγελία - Μαχητό τεκμήριο

Άρειος Πάγος 308/2017(πολ.): Με τη λύση της συμβάσεως με καταγγελία ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την οριζόμενη από το άρθρο 94 του κώδικα περί δικηγόρων αποζημίωση, το ύψος της οποίας εξαρτάται από το πρόσωπο εκείνου που καταγγέλλει τη σύμβαση και το χρόνο παροχής των δικηγορικών υπηρεσιών στον εντολέα του, μη δυνάμενη να υπερβεί τις τριάντα (30) πάγιες μηνιαίες αμοιβές κατ' ανώτατο όριο (Ολ. ΑΠ 56/1987), οι οποίες υπολογίζονται με βάση τις τακτικές αποδοχές που καταβάλλονται σ' αυτόν σταθερώς με οποιαδήποτε μορφή, κατά τον τελευταίο πριν από την απόλυση μήνα. 
Ως τακτικές αποδοχές θεωρούνται ο μισθός (πάγια αντιμισθία) και κάθε άλλη παροχή που χορηγείται σταθερά και μόνιμα ως συμβατικό ή νόμιμο αντάλλαγμα των παρεχομένων υπηρεσιών. 
Έτσι, σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως εκ μέρους του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αποζημίωση ίση με: α) μία πάγια μηνιαία αμοιβή αν έχει συμπληρώσει στον εντολέα του εξάμηνη υπηρεσία, β) τρεις πάγιες μηνιαίες αμοιβές αν έχει συμπληρώσει διετία, γ) έξι αν έχει συμπληρώσει τριετία, δ) δέκα αν έχει συμπληρώσει πενταετία, ε) δώδεκα αν έχει συμπληρώσει οκταετία και  στ) γι' αυτούς που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία άνω των οκτώ ετών, προστίθεται για κάθε επί πλέον έτος υπηρεσίας αμοιβή ενός και ημίσεος μηνός, μη δυναμένη να υπερβεί κατ' ανώτατο όριο τις τριάντα πάγιες μηνιαίες αμοιβές, για τις οποίες απαιτείται υπηρεσία είκοσι ετών στον ίδιο εντολέα (ΑΠ 813/2014). 
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 εδ. τελευταίο του κώδικα περί δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 ν.δ. 3790/1957: "Εν περιπτώσει λύσεως της συμβάσεως δια καταγγελίας του εντολέως, ο δικηγόρος δικαιούται να λαμβάνη την συμπεφωνημένην εντός των ορίων του άρθρου 92 του παρόντος αμοιβήν του, μέχρι πλήρους καταβολής της κατά τα άνω αποζημιώσεως". 
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν ιδρύεται ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως και επομένως η σύμβαση που καταγγέλθηκε λύεται οπωσδήποτε, η δε υποχρέωση του εντολέα για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής στο δικηγόρο μέχρι καταβολής πλήρους της αποζημιώσεως είναι παροχή ex lege προς το δικηγόρο, που επιβάλλεται ως είδος ποινής στον εντολέα και μέσο εξαναγκασμού του για την καταβολή της αποζημιώσεως. 
Πρόκειται δηλαδή για μη νόθο αντικειμενική ευθύνη του εντολέα, που προϋποθέτει πταίσμα του, έστω και από ελαφρά αμέλεια, κατά το άρθρο 330 Α.Κ. εφόσον δεν ορίζεται κάτι άλλο από το νόμο. Το πταίσμα όμως τούτο κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως τεκμαίρεται από μόνη την καθυστέρηση της καταβολής της πλήρους αποζημιώσεως. 
Γίνεται δηλαδή στην περίπτωση αυτή αντιστροφή του βάρους της αποδείξεως και ο δικηγόρος που ζημιώθηκε δεν χρειάζεται να αποδείξει την υπαιτιότητα του εντολέα του, αφού αυτή τεκμαίρεται από τη μη καταβολή πλήρους αποζημιώσεως κατά το χρόνο της καταγγελίας της συμβάσεως εντολής. 
Μπορεί όμως ο εντολέας να ανατρέψει το μαχητό αυτό τεκμήριο και να απαλλαγεί αν επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του αναφορικά με το ύψος της (Ολ. ΑΠ 570/1986, ΑΠ 813/2014). (πηγή: taxheaven.gr - Δείτε την απόφαση εδώ)

Σχόλια