Παραγραφή αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Έναρξη παραγραφής από τη γένεση της αξίωσης και όχι από το τέλος του έτους

AΠ 4/2015(ολομέλεια): Παραγραφή αξιώσεων κατά του Δημοσίου. Έναρξη παραγραφής από τη γένεση της αξίωσης και όχι από το τέλος του έτους. Ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος. «Με τον παραπεμφθέντα λόγο αναίρεσης τίθεται το ζήτημα εάν οι αξιώσεις κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος είχε προσληφθεί από αυτό με άκυρη σύμβαση εργασίας, λόγω μη τήρησης του έγγραφου τύπου, και αφορούσαν σε αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 μέχρι 31-8-1999, υπέκυψαν στη διετή παραγραφή του
άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995, υπό την εκδοχή ότι η παραγραφή των εν λόγω αξιώσεων άρχιζε από το χρόνο γενέσεως κάθε μιας περιοδικής παροχής, ήτοι από το τέλος κάθε μήνα, κατά τον οποίο αυτή ήταν καταβλητέα, ή όχι, υπό την εκδοχή ότι η παραγραφή αυτών άρχιζε από το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και, συνεπώς, αυτές κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες.
Κατά το άρθρο 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους" : "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της". Κατά το άρθρο 91 εδ. α’ του ίδιου νόμου: "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών σαφώς προκύπτει ότι με την πρώτη ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, και ορίζεται ως χρονικό σημείο ενάρξεως της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως. Η διάταξη αυτή, είναι ειδική σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α’ του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο σαφώς συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ. α’ , και επομένως κατισχύει αυτής (Α.Ε.Δ. 32/2008, Ολ. Α.Π. 29/2006). Η θεσπιζόμενη με τις προαναφερθείσες διατάξεις βραχυπρόθεσμη παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από εκείνον των παρομοίων αξιώσεων του άρθρου 250 αριθμ. 6 και 17 ΑΚ, είναι συνταγματικώς επιτρεπτή και δεν αντίκειται στην κατά το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού η διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθάρισης των ως άνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων του Δημοσίου (Α.Ε.Δ. 1/2012), ούτε και στη διάταξη του άρθρου 20 § 1 του Συντάγματος (για το δικαίωμα ακρόασης από τα δικαστήρια). Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής, κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων, δεν προσκρούει στο άρθρο 6 § 1 α’ της ΕΣΔΑ (που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα) ούτε αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (που επιβάλλουν το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου) αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν τον νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα (ενδεχομένως και με τη μέθοδο της αναδρομικής παραγραφής) και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά τη ισχύ τους (Α.Ε.Δ. 9/2009, Ολ.Α.Π. 38/2005, 22/2005, 31/2007). Τέλος, η ανωτέρω διετής παραγραφή δεν αντίκειται ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 § 3 α’ (περί πρόσφορης προσφυγής του ατόμου επί παραβιάσεως των δικαιωμάτων του), 5 § 1 (περί καταργήσεως δικαιωμάτων προσώπου ή περιορισμών τους), 22 παρ. 1, 26 (περί της ισότητας των προσώπων ενώπιον του νόμου και απαγόρευσης διακρίσεων), 14 § 1 (περί δικαιώματος του προσώπου για δίκαιη δίκη) του με το Ν. 2462/1997 κυρωθέντος και υπερνομοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, έχοντος Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα…
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, ήτοι δεχόμενο ότι ο χρόνος παραγραφής των ένδικων αξιώσεων αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο αυτές γεννήθηκαν, και όχι από τη γένεση εκάστης περιοδικής εξ αυτών παροχής, και δη από το τέλος κάθε μήνα, από το οποίο ήταν καταβλητέα εκάστη, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3 και 91 του ν. 2362/1995, του μεν πρώτου με την εσφαλμένη ερμηνεία και τη μη εφαρμογή του, ενώ συνέτρεχαν οι προς τούτο προϋποθέσεις, του δε δευτέρου με το να το εφαρμόσει, ενώ δεν έπρεπε, και υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον παραπεμφθέντα δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, ο οποίος συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός». (areiospagos.gr)

Σχόλια