Καταδίκη της Ελλάδας από το ΕΔΔΑ για παραβίαση της ελευθερίας ίδρυσης σωματείου

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) δικαίωσε σωματείο μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και επτά Έλληνες πολίτες, των οποίων η αίτηση για την εγγραφή του σωματείου τους με τίτλο «Στέγη Μακεδονικού Πολιτισμού», στο καταστατικό του οποίου αναφερόταν ότι τα μέλη του είναι «μακεδονικής» εθνικής καταγωγής και ότι έχουν «μακεδονική εθνική συνείδηση» απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο Φλώρινας. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε εν συνεχεία από το Εφετείο Θεσσαλονίκης και τον Άρειο Πάγο.
Το ΕΔΔΑ δέχτηκε την προσφυγή των μελών του σωματείου, που επικαλέστηκαν παραβίαση του άρθρου 11 της ΕΣΔΑ (ελευθερία του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι) και τους επιδίκασε από κοινού το ποσό των 12.000 ευρώ. Ακολουθεί το σκεπτικό της απόφασης:
«...Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι σκοποί του προσφεύγοντος σωματείου, που αναφέρονται, γενικά, στο καταστατικό του, δύσκολα μπορούσαν από μόνοι τους να επιφέρουν παραβίαση της δημόσιας τάξης. Συναφώς σκόπιμο είναι να υπομνησθεί ότι στην προαναφερθείσα απόφασή του Σιδηρόπουλος και λοιποί το Δικαστήριο έκρινε ήδη ότι « ακόμα και αν υποτεθεί ότι οι ιδρυτές σωματείου, όπως αυτό της υπό κρίση υπόθεσης, επικαλούνται μειονοτική συνείδηση, το Έγγραφο της Διάσκεψης της Κοπεγχάγης για την ανθρώπινη διάσταση της ΔΑΣΕ (Κεφάλαιο IV) της 29ης Ιουνίου 1990 και ο Χάρτης του Παρισιού για μια Νέα Ευρώπη της 21ης Νοεμβρίου 1990 – που η Ελλάδα επιπλέον υπέγραψε – τους επιτρέπουν να ιδρύουν σωματεία για να προστατεύσουν την πολιτιστική και πνευματική τους κληρονομιά» (προαναφερθείσα Σιδηρόπουλος και λοιποί, § 44).
Δεύτερον, δεν προκύπτει από το φάκελλο ότι οι υπό τους αριθμούς 2-8 προσφεύγοντες έλαβαν κατά την εποχή των πραγματικών περιστατικών πρωτοβουλίες και/ή πραγματοποίησαν δράσεις ικανές να θέσουν σε κίνδυνο τη δημόσια τάξη στην Ελλάδα. Στην απόφασή του αρ. 243/2005, το Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας αναφέρθηκε μόνον σε δράσεις, που έγιναν μεταξύ 1990 και 1991, από ορισμένα από τα ιδρυτικά μέλη του προσφεύγοντος σωματείου για να συμπεράνει ότι είχαν στρατευθεί στην προώθηση της ιδέας της ύπαρξης μακεδονικής μειονότητας στην Ελλάδα. Εντούτοις, τα πραγματικά περιστατικά που έκανε δεκτά το εφετείο, ανάγονται σε παρελθόντα έτη, που δεν αφορούν την επίμαχη περίοδο της υπό κρίση υπόθεσης, δηλαδή την περίοδο που καλύπτει την αίτηση εγγραφής του προσφεύγοντος σωματείου και η οποία χρονολογείται πάνω από δέκα έτη αργότερα.
Τέλος, όπως και στην (προαναφερθείσα) Σιδηρόπουλος και λοιποί, το Δικαστήριο θεωρεί ότι ένα ιδιαίτερα κρίσιμο στην υπό κρίση υπόθεση στοιχείο είναι η θέση του εθνικού δικαίου σε σχέση με τον έλεγχο της εγγραφής των σωματείων μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα. Πράγματι, το άρθρο 12 του Συντάγματος αναφέρει ότι η ίδρυση σωματείων δεν μπορεί να υπόκειται σε προηγούμενη άδεια. Επίσης, το άρθρο 81 του Αστικού Κώδικα, δεν επιτρέπει στα δικαστήρια να ασκούν έλεγχο σκοπιμότητας της αίτησης εγγραφής ενός σωματείου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα (προαναφερθείσα, Σιδηρόπουλος και λοιποί, § 45).
Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι στην υπό κρίση υπόθεση, προκειμένου να εκτιμήσουν τους σκοπούς και την πιθανή δραστηριότητα του προσφεύγοντος σωματείου, τα εθνικά δικαστήρια στηρίχτηκαν στο ότι τα άρθρα 9-11 της Σύμβασης περιλάμβαναν την έννοια της δημόσιας τάξης μεταξύ των νόμιμων σκοπών που είναι ικανοί να δικαιολογήσουν περιορισμό των προστατευόμενων δικαιωμάτων (βλ. ανωτέρω παράγραφο 10). Ωστόσο, στην περίπτωση αυτή, έπρεπε επίσης να λάβουν υπόψη την οικεία νομολογία του Δικαστηρίου, η οποία ευνοεί την εγγραφή σωματείου και όχι τον προηγούμενο έλεγχο της νομιμότητας του, όταν το εθνικό δίκαιο περιλαμβάνει διατάξεις που επιτρέπουν την a posteriori παρακολούθηση της δραστηριότητάς του (βλ., μεταξύ άλλων, Emin και λοιποί κατά Ελλάδας, αρ. 34144/05, § 31, 27 Μαρτίου 2008).
Έτσι, όσον αφορά την θέση του εθνικού δικαίου στην υπό κρίση υπόθεση, ακόμη και αν υποτεθεί ότι θα καταγράφονταν συγκεκριμένες δράσεις ικανές να διαταράξουν τη δημόσια τάξη στην Ελλάδα μετά την εγγραφή του προσφεύγοντος σωματείου, οι εθνικές αρχές, δεν θα ήταν αφοπλισμένες : δυνάμει του άρθρου 105 του Αστικού Κώδικα, το Πολυμελές Πρωτοδικείο θα μπορούσε να διατάξει τη διάλυση του προσφεύγοντος σωματείου εάν αυτό επεδίωκε σκοπό διαφορετικό από αυτόν που ορίζεται στο καταστατικό του ή εάν η λειτουργία του αποδεικνυόταν αντίθετη προς το νόμο, τα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη (βλ. προαναφερθείσα Σιδηρόπουλος και λοιποί, § 46).
Κατόπιν των ανωτέρω, το Δικαστήριο συμπεραίνει ότι η άρνηση εγγραφής του επίμαχου σωματείου ήταν δυσανάλογη προς τους νόμιμους σκοπούς που έκαναν δεκτούς τα εθνικά δικαστήρια. Επομένως, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 11 της Σύμβασης». Δείτε ολόκληρη την απόφαση στο nsk.gr
[legalnews24.gr]

Σχόλια