Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2015

O ρόλος της Διαμεσολάβησης στη διάσωση των συναισθημάτων και της κοινωνικής ειρήνης

Της Κατερίνας Παπαδημητρίου, Δικηγόρου – Διαμεσολαβήτριας
«Η παραδοσιακή προσφυγή στο δικαστήριο είναι ένα λάθος που πρέπει να διορθωθεί… Για μερικές διαφωνίες, η προσφυγή στα δικαστήρια είναι η μόνη λύση αλλά για πολλές άλλες αξιώσεις, η δικαστική προσφυγή θυμίζει τις αρχαίες μάχες. Το δικαστικό μας σύστημα είναι πάρα πολύ δαπανηρό, πάρα πολύ επίπονο, πάρα πολύ καταστρεπτικό, πάρα πολύ ανεπαρκές για πραγματικά πολιτισμένους ανθρώπους».Chief Justice Warren E. Burger, (Ret.) U.S. Supreme Court.[1]. Μία δικαστική διαμάχη μπορεί να αποβεί μία μακρά, επίπονη και εξοντωτική διαδικασία με σημαντικές οικονομικές και ψυχικές επιπτώσεις και για τα δύο μέρη , ανεξαρτήτως του ποιος στο τέλος θα την «κερδίσει».
Τα αντίπαλα μέρη σε μία διαφορά, φτάνουν στα δικαστήρια για να διεκδικήσουν το «ποιος έχει δίκιο» και μπαίνουν σε έναν αγώνα συγκρουσιακής αντιπαράθεσης με στόχο να κατατροπώσουν τον αντίπαλο και να βγουν «νικητές». Όλο αυτό όμως δεν είναι χωρίς ψυχικό κόστος και οι άνθρωποι συσσωρεύουν θυμό, πικρία, κούραση και αγωνία για την έκβαση της δίκης. Ακόμα κι αν δεν έχουν ξεκινήσει με τις ύψιστες εχθρικές διαθέσεις, η μακρά πορεία μίας δίκης, οι καθυστερήσεις, η συσσώρευση οικονομικού κόστους, η συγκρουσιακή μορφή της αντιπαράθεσης με σκοπό την επικράτηση αφήνουν στο τέλος τους ανθρώπους εξουθενωμένους, έχοντας ξοδέψει και αφιερώσει χρόνο, κόπο, ενέργεια, ψυχική δύναμη και χρήματα για ένα αποτέλεσμα που τους επιβάλλεται από την κρίση ενός τρίτου προσώπου και που ελάχιστες φορές είναι ακριβώς όπως το επεδίωκαν όταν ξεκίνησαν την διαδικασία. Ακόμα και στις περιπτώσεις που ένας εκ των αντιπάλων δικαιώνεται πλήρως από την κρίση του δικαστηρίου, πόσες φορές δεν έχουν βρεθεί αυτοί οι «νικητές» μπροστά στην «ανακάλυψη» του πόσο δύσκολο και επίσης χρονοβόρο, αλλά και απαιτητικό οικονομικά (ω ναι κι άλλα χρήματα …), είναι να εκτελεστεί επί της ουσίας η απόφαση που τους δικαιώνει;
Η Διαμεσολάβηση λοιπόν έρχεται να προτείνει έναν άλλο τρόπο επίλυσης των διαφορών των ανθρώπων, που εν προκειμένω τους γλιτώνει από την ψυχική εξουθένωση μίας χρόνιας σύγκρουσης και αντιπαράθεσης καθώς και από την αναπόφευκτη πικρία του ηττημένου αλλά και του νικητή.
Στη Διαμεσολάβηση, ο ανεξάρτητος- τρίτος προς τη διαφορά- και ουδέτερος, ειδικά εκπαιδευμένος Διαμεσολαβητής βοηθά τα μέρη να επικοινωνήσουν μεταξύ τους, να συζητήσουν το πρόβλημα που τους απασχολεί, να εκφράσουν τα συναισθήματα τους και στη συνέχεια – απαλλαγμένοι πλέον από την ένταση των συναισθημάτων που θα έχουν πια εκφραστεί – να διαπραγματευθούν και να καταλήξουν σε μια συμφωνία που είναι κοινά αποδεκτή και προασπίζει τα πραγματικά τους συμφέροντα (όπως αυτά αναδεικνύονται όταν «σηκώνεται» το άκαμπτο πέπλο των αρχικών θέσεων και έντονων συναισθημάτων) με τον πιο ικανοποιητικό τρόπο. Κι όλα αυτά μέσα στον πολύ σύντομο χρόνο διάρκειας της διαδικασίας της διαμεσολάβησης.
Ο διαμεσολαβητής δεν είναι δικαστής και δεν εκδίδει απόφαση. Ο ρόλος του είναι να διευκολύνει την επικοινωνία των μερών, να διατηρήσει ανοιχτούς τους «διαύλους» της, να διασφαλίσει ότι τα μέρη ακούγονται ισότιμα μέσα σε περιβάλλον ήρεμο, πολιτισμένο, μη επικριτικό, ελαστικό και μη δεσμευτικό (τουλάχιστον μέχρι την κατάληξη σε μία συμφωνία, όπου εκεί πλέον επέρχεται δεσμευτικότητα από της υπογραφής).
Τα μέρη επομένως δε χρειάζεται να πείσουν τον διαμεσολαβητή για το δίκαιο και επικρατέστερο των θέσεων και απόψεών τους, όπως συμβαίνει σε μια δικαστική διαμάχη (και μάλιστα μέσα από διαδικασίες τις περισσότερες φορές επίπονα συγκρουσιακές και χρονοβόρες), γιατί ο διαμεσολαβητής δεν πρόκειται να εκδώσει κάποια απόφαση ούτε να επιβάλλει την κρίση του για τη διαφορά τους. Όπως μάλιστα λέγεται χαρακτηριστικά : «Στη δίκη, το αποτέλεσμα κρίνεται από τη διαδικασία ενώ στη διαμεσολάβηση, το αποτέλεσμα κρίνεται από τα μέρη».
Τα μέρη έχουν την ευκαιρία να ακουστούν, με τρόπο που δεν είναι δυνατός ενώπιον ενός δικαστηρίου, να εκφράσουν τις σκέψεις τους και τους προβληματισμούς τους και μέσα από τη συζήτηση να απομακρυνθούν από τις αμετακίνητες αρχικά συγκρουσιακές θέσεις τους και να δουν τι πραγματικά τους συμφέρει και πώς αυτό μπορεί να συνδυαστεί με τα πραγματικά συμφέροντα της άλλης πλευράς ώστε να καταλήξουν από κοινού σε μια συμφωνία αμοιβαία αποδεκτή.
Όπως μπορεί αδιαμφισβήτητα να γίνει αντιληπτό από τα παραπάνω, οι συνθήκες διεξαγωγής της διαδικασίας διαμεσολάβησης είναι συνθήκες που επιτρέπουν την ανακούφιση των πλευρών από τα φορτία που δημιουργούν οι χρόνιες δικαστικές αντιπαραθέσεις μέσα από τις σκληρές αποδεικτικές διαδικασίες, τις αναβολές κα τις καθυστερήσεις μίας δίκης. Ο διαμεσολαβητής παρέχει την βοήθειά του στους ενδιαφερόμενους διευκολύνοντάς τους να πλησιάσουν ο ένας τον άλλο, να αποφορτιστούν από αρνητικές διαθέσεις και συναισθήματα, να δουν τα πραγματικά συμφέροντά τους χωρίς να παραμένουν προσκολλημένοι σε αρχικές θέσεις, που μπορεί να υπαγόρευσε ο θυμός, να δουν τις απόψεις και τις προσδοκίες τους μέσα από ένα ρεαλιστικότερο πρίσμα και να διερευνήσουν τις δυνατότητες επίτευξης μιας λογικής συμφωνίας, η οποία θα τηρηθεί οικειοθελώς – αφού είναι τα ίδια τα μέρη που θα έχουν καταλήξει σε αυτήν – και η οποία (μπορεί ακόμη και να) εξασφαλίζει τη φιλική και σταθερή σχέση μεταξύ τους. Η διαμεσολάβηση μπορεί να οδηγήσει σε αμοιβαία αποδεκτές και πραγματικά επικερδείς λύσεις, οι οποίες διαμορφώνονται από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους και όχι από ένα Δικαστήριο που τους τις επιβάλλει.
Τα μέρη απαλλαγμένα από τα φορτία μια οδυνηρής δικαστικής διαμάχης και έχοντας μπορέσει να διευθετήσουν σε σύντομο χρόνο και κατά τρόπο ικανοποιητικό και αποδεκτό από τα ίδια τη διαφορά τους, έχουν τη δυνατότητα να επιστρέψουν στις παραγωγικές συνθήκες της ζωής τους και /ή της επιχείρησης τους έχοντας εξοικονομήσει συναισθηματικά κόστη και έχοντας ακόμη και διατηρήσει καλές σχέσεις μεταξύ τους.
Η διαμεσολάβηση παρουσιάζεται λοιπόν ως μία αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση επίλυσης μία διαφοράς, όχι μόνο διότι είναι ταχύτερη και οικονομικότερη από την δικαστική διαδικασία, αλλά, κυρίως, διότι διασώζει τα συναισθήματα των μερών αλλά και την κοινωνική ειρήνη με την (έστω πιθανή ή έστω μερική) διαφύλαξη των ανθρώπινων σχέσεων, κάτι το οποίο σχεδόν ποτέ δεν μπορεί να επιτευχθεί σε μια δικαστική διαμάχη, λόγω της τεταμένης ατμόσφαιρας που επικρατεί κατά κανόνα σε μια δίκη.
*H Kατερίνα Παπαδημητρίου είναι Δικηγόρος και Διαμεσολαβήτρια
________________________________________________
[1] Πηγή : diamesolavisi.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Διαβάστε επίσης:

Παράταση των προθεσμιών του άρ. 237 ΚΠολΔ για κατάθεση προσθήκης στις προτάσεις διαδίκων

Σύμφωνα με απόφαση του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών Ελ. Γεωργίλη, παρατείνονται οι προθεσμίες κα...