Αξίωση διατροφής λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης για εύλογη αιτία (νομολογία)

ΑΠ 773/2014: Αξίωση διατροφής λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης για εύλογη αιτία. «…Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1389, 1390 και 1391 Α.Κ. προκύπτει ότι για τη θεμελίωση αξίωσης του ενός από τους συζύγους για καταβολή σ` αυτόν διατροφής σε χρήμα από τον άλλο, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, πρέπει ο ενάγων να επικαλείται και να αποδεικνύει τη συζυγική ιδιότητα, τη διακοπή της συμβίωσης για εύλογη αιτία, ότι οι βιοτικές του ανάγκες, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της χωριστής διαβίωσης, δικαιολογούν τον προσδιορισμό της διατροφής στο ζητούμενο με την αγωγή χρηματικό ποσό, χωρίς να είναι αναγκαίο και να εξειδικεύει τις ανάγκες αυτές, αναφέροντας και την απαιτουμένη για κάθε μία δαπάνη, αλλά αρκεί μόνο να αναφέρει το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών του αυτών.
Εξάλλου δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στην αγωγή, ούτε στην απόφαση, η αποτίμηση της συνεισφοράς του καθενός από τους συζύγους για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, αφού η υποχρέωση για τη συνεισφορά αυτή υπάρχει όσο διατηρείται η έγγαμη συμβίωση ενώ όταν αυτή διακοπεί, αντικαθίσταται με τη χρηματική διατροφή, που προσδιορίζεται από τη σύγκριση των εκατέρωθεν οικονομικών δυνατοτήτων. Οι οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων συζύγων που προσδιορίζουν την αναλογία της συνεισφοράς καθενός απ` αυτούς στη διατροφή αυτή δεν αποτελούν στοιχείο της αγωγής, αλλά ενδέχεται να αποτελέσουν τη βάση σχετικής ένστασης του εναγομένου (ΑΠ 132/2003, ΑΠ 1382/2000). Εξάλλου, κατά την έννοια του όρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διάταξης που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999). Στην προκειμένη περίπτωση προσβάλλεται με την αίτηση αναίρεσης η απόφαση 406/2012 του Εφετείου Πατρών, με την οποία, αφού έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή η από 15.10.2010 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρείοντος και εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση 443/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, επιδικάστηκε, για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής (30.10.2009), στην ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, ως διατροφή αυτής, λόγω της διακοπής της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα σύζυγο της για εύλογη αιτία, το ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 22 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες για τη θεμελίωση της αξίωσης της ενάγουσας και ειδικότερα, ως προς τις ανάγκες διατροφής της κατά τη διάρκεια του γάμου τους και μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους, με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1389, 1390 και 1391 παρ. 1 ΑΚ. Οπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, ύστερα από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Η ενάγουσα δεν εργάζεται και επομένως στερείται εισοδημάτων. Είναι κυρία μόνο του 1/2 εξ αδιαιρέτου της συζυγικής οικίας, όπου διαμένει με τα τέκνα τους, μετά τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης τους και δεν βαρύνεται με δαπάνες στέγασης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι πάσχει από θρομβοφλεβίτιδα και έτσι, αν και είναι 45 ετών, δεν μπορεί να εργαστεί, γιατί η κατάσταση της υγείας της διαρκώς επιδεινώνεται-ούτε διαθέτει προσόντα προς ανεύρεση κάποιας εργασίας. Αυτή κάποιες φορές συμπαραστέκεται στην εργασία των τέκνων της, που διατηρούν φανοποιείο αυτοκινήτων, χωρίς αυτό βεβαίως να είναι συνεχές, πάντως δεν αποδείχθηκε ότι γίνεται για εργασία ή με αμοιβή της, αφού η ίδια, όταν και στο παρελθόν εργαζόταν στην επιχείρηση του συζύγου της, δεν ελάμβανε αμοιβή. Με βάση τις ανωτέρω οικονομικές δυνατότητες των διαδίκων, με καθεστώς έγγαμης συμβίωσης, ο εναγόμενος είχε υποχρέωση μεγαλύτερης συνεισφοράς, ως οικονομικώς ισχυρότερος σε σχέση με την ενάγουσα, η οποία ως οικονομικώς ασθενέστερη, έχει δικαίωμα διατροφής έναντι του εναγομένου υπόχρεου συζύγου της, το ποσό της οποίας ανέρχεται στο ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως. Το ανωτέρω ποσό ανταποκρίνεται στις ανάγκες της ενάγουσας, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη διακοπή της συμβίωσης και τη χωριστή διαμονής λαμβανομένης υπόψη της ηλικίας της, της υγείας της και της οικογενειακής της κατάστασης ......". Οι παραδοχές αυτές, ενόψει του ότι, όπως, προεκτέθηκε, για την επιδίκαση διατροφής σε χρήμα στον ένα σύζυγο από τον άλλο, σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης για εύλογη αιτία, δεν απαιτείται να εξειδικεύονται οι ανάγκες διατροφής του ενάγοντος συζύγου και να παρατίθενται οι απαιτούμενες επί μέρους δαπάνες και μάλιστα ξεχωριστά υπό καθεστώς έγγαμης συμβίωσης και υπό καθεστώς διακοπής αυτής, αλλά αρκεί να αναφέρεται το συνολικό ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των αναγκών αυτών, στηρίζουν με επάρκεια την ένδικη αξίωση διατροφής. Επομένως είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11γ ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά, μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζήτησης (106), διασφαλίζεται η συμμόρφωση προς τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ, ώστε να λαμβάνονται υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και μόνον αυτά. Ο λόγος αυτός αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Αν όμως δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες αν το αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τις υπόλοιπες αποδείξεις ο λόγος αναίρεσης γίνεται δεκτός (ΟλΑΠ 2/2008). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1391, 1394 και 1438 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η αξίωση διατροφής του ενός συζύγου από τον άλλο, όσο υφίσταται ο γάμος, λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης για εύλογη αιτία, παύει από τότε που θα καταστεί αμετάκλητη η κηρύττoυσα την λύση του γάμου δικαστική απόφαση. Ενδεχόμενη αξίωση διατροφής του πρώην συζύγου μετά το διαζύγιο από το άρθρο 1442 ΑΚ, συνιστά νέα διαφορετική αξίωση, για την επιδίκαση της οποίας απαιτείται η άσκηση νέας αγωγής. Ενας τέτοιος ισχυρισμός για λύση του γάμου, προς περιορισμό της διατροφικής αξίωσης από το άρθρο 1391 ΑΚ, ο οποίος παραδεκτά μπορεί να προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του εφετείου, εάν γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (527 ΚΠολΔ), αποτελεί ένσταση κατά της αγωγής διατροφής από το άρθρο 1391 ΑΚ (ΑΠ 2070/2007). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, διότι απέρριψε, ως αναπόδεικτο, τον προβληθέντα παραδεκτά με την έφεση οψιγενή ισχυρισμό του (ένσταση) ότι επήλθε η λύση του γάμου του με την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την απόφαση 443/2010 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, η οποία έγινε αμετάκλητη στις 23.4.2010 και ότι από τότε έπαψε η υποχρέωση του για καταβολή διατροφής με βάση το άρθρο 1391 ΑΚ, χωρίς να λάβει υπόψη, α) το διαζευκτήριο 102/14.5.2010 του Μητροπολίτη Πατρών, το οποίο, επικαλέστηκε και προσκόμισε στη δευτεροβάθμια δίκη και στο οποίο βεβαιώνεται ότι επήλθε αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων από 23.4.2010 και β) την περιεχόμενη στις εφετειακές προτάσεις της ενάγουσας ομολογία της για λύση του γάμου τους. Από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, στην οποία γίνεται αναφορά ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις ένορκες βεβαιώσεις...και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα που θα χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, και τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες", ότι "δεν αποδείχθηκε ότι η απόφαση που έλυσε το γάμο μεταξύ των διαδίκων κατέστη αμετάκλητη (δεν προσκομίζονται σχετικά πιστοποιητικά)", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε τις προτάσεις της ενάγουσας και την περιεχόμενη σ` αυτές ομολογία της ότι λύθηκε ο γάμος της με τον εναγόμενο (δεν γίνεται ειδικότερη αναφορά του χρόνου λύσης του γάμου αυτού), η οποία, ενόψει των διατάξεων των άρθρων 600 και 592 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν αποτελεί πλήρη απόδειξη, αλλά εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, σε συνδυασμό με τις άλλες αποδείξεις. Ομως καταλείπονται αμφιβολίες από τις πιο πάνω αναφορές, ως προς το εάν έλαβε υπόψη το Εφετείο το παραπάνω δημόσιο έγγραφο (διαζευκτήριο), στο οποίο γίνεται ρητή μνεία του χρόνου της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων, σύμφωνα με τα εκεί αναφερόμενα έγγραφα. Επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι βάσιμος κατά το πρώτο μέρος του, αβάσιμος όμως κατά το δεύτερο μέρος. Μετά από αυτά, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 579 απρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, να αναιρεθεί μερικώς προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 2072/2007, ΑΠ 1139/2003) και ειδικότερα κατά το μέρος της που αναφέρεται στην επιδικασθείσα υπέρ της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης διατροφή από 23.4.2010 και εφεξής, λόγω διακοπής της έγγαμης συμβίωσης της με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, να παραπεμφθεί, κατά το εν λόγω αναιρούμενο μέρος, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο με άλλη σύνθεση (580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσείοντος (178, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό». (areiospagos.gr)

Σχόλια