Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Ανάληψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό από μη δικαιούχο – Βαριά αμέλεια των υπαλλήλων της τράπεζας – Έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος

AΠ 759/2014 – Ανάληψη χρημάτων από τραπεζικό λογαριασμό από μη δικαιούχο – Βαριά αμέλεια των υπαλλήλων – Έλλειψη συντρέχοντος πταίσματος: «Η κατάθεση χρημάτων σε Τράπεζα, με την οποία αποσκοπείται κυρίως η ασφαλής φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνήθους για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει τον χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης και συνεπώς έχει επ` αυτής εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 830 παρ.1 εδ. β` ΑΚ, σύμφωνα με την οποία επί ανωμάλου παρακαταθήκης, ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη και επομένως και η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο θεματοφύλακας αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμα δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του. Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. της 17/7-13/8/1923 "περί ειδικών διατάξεων επί ανωνύμων εταιρειών", η οποία, ως ειδική υπερισχύει των διατάξεων των άρθρων 888 και 889 ΑΚ, "η εκδότρια ονομαστικής ομολογίας ή άλλης αποδείξεως καταθέσεως χρημάτων εταιρεία, η πληρώσασα αυτήν εξοφλημένην δια της επ` αυτής υπογραφής του δικαιούχου, απαλλάσσεται, και αν η υπογραφή ήτο πλαστή, πλην αν η εκδότρια κατά την πληρωμήν εντέλει εν δόλω ή εν μεγάλη αμέλεια".
Τέτοια "απόδειξη καταθέσεώς χρημάτων" είναι και το βιβλιάριο καταθέσεως Ταμιευτηρίου, το οποίο εκδίδει και παραδίδει στον καταθέτη ή Τραπεζική Ανώνυμη Εταιρεία και στο οποίο απεικονίζονται, από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της τόσον η αρχική κατάθεση, όσον και οι μεταγενέστερες καταθέσεις ή αναλήψεις χρημάτων με βάση τα γραμμάτια καταθέσεως ή αναλήψεως χρημάτων, που ο τελευταίος υπογράφει και διατηρούνται στο αρχείο της τράπεζας και στη μνήμη του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Το βιβλιάριο αυτό, έστω και αν δεν φέρει υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της οφειλέτριας Τράπεζας ή δεν απεικονίζει την πραγματικότητα, λόγω καταθέσεως χρημάτων στο λογαριασμό του καταθέτη, στον οποίο αντιστοιχεί, ή λόγω αναλήψεως χρημάτων από αυτόν, χωρίς τη χρήση του βιβλιαρίου, που ενημερώνεται δια του ηλεκτρονικού υπολογιστή μόλις προσκομιστεί, εξομοιώνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 444 εδ. 3 του ΚΠολΔικ με ιδιωτικό έγγραφο και αποτελεί, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 446 παρ. 2 ΚΠολΔικ, πλήρη απόδειξη για όσα γεγονότα και πράγματα αναγράφει (με μηχανική απεικόνιση), επιτρέπεται δε μόνον ανταπόδειξη κατά της αληθείας των εγγράφων.
Επομένως κάθε φορά που η Τράπεζα εξοφλεί ολικά ή μερικά απαίτηση του καταθέτη που απεικονίζεται στο βιβλιάριο αυτό και σημειώνει επ` αυτού την εξόφληση (ανάληψη) με μηχανική απεικόνιση, σύμφωνα με τα παραπάνω, έχει εφαρμογή η προαναφερομένη διάταξη του άρθρου 3 του ν.δ. 17/7-13/8/1923, από την οποία προκύπτει ότι απαραίτητο κατά νόμον στοιχείο για την υποχρέωση της Τράπεζας να αποδώσει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσης του, το οποίο και έβαλε σε τρίτο, που πλαστογράφησε την υπογραφή του καταθέτη, είναι ο δόλος ή η βαρειά αμέλεια των οργάνων της και ότι τέτοια βαρειά αμέλεια υπάρχει και όταν οι προστηθέντες υπάλληλοι της, που συνέταξαν το ένταλμα πληρωμής του αναληφθέντος ποσού, δεν προέβησαν σε διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας μεταξύ εκείνου που έκανε την ανάληψη και του δικαιούχου του λογαριασμού από αδιαφορία για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του τελευταίου. Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Στα πλαίσια συμβάσεων ανώμαλης παρακαταθήκης, που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγομένης Τράπεζας, του ενάγοντος και της μητέρας του Α. Τ. το Μάιο του 1999, εκδόθηκε στο όνομα αυτών το υπ` αριθμ. ...... βιβλιάριο καταθέσεως ταμιευτηρίου του υποκαταστήματος της εναγόμενης στην Παλλήνη Αττικής. Ο εν λόγω τραπεζικός λογαριασμός κινήθηκε μέχρι την 21-4-2005, οπότε και σταμάτησε να κινείται, εμφάνιζε δε στις 29-6-2006 πιστωτικό υπόλοιπο κεφαλαίου 17.721,26 Eυρώ. Πρέπει να σημειωθεί ότι η μητέρα του ενάγοντος φύλασσε το βιβλιάριο του λογαριασμού αυτού της εναγομένης τράπεζας μαζί με άλλα βιβλιάρια καταθέσεων ετέρων τραπεζών σε συρτάρι της οικίας της. Η τελευταία στις 22-9-2006 διαπίστωσε ότι σε μη δυνάμενη να προσδιοριστεί επακριβώς ημερομηνία, πάντως μεταξύ της ημερομηνίας αυτής και της ως άνω τελευταίας συναλλαγής, άγνωστο πρόσωπο είχε αφαιρέσει παράνομα μεταξύ των άλλων και το βιβλιάριο του ως άνω λογαριασμού μαζί με φωτοτυπία του δελτίου της αστυνομικής ταυτότητας του γιου της (ενάγουσας). Μετά τη μάταιη αναζήτηση του εν λόγω βιβλιαρίου απευθύνθηκε στο κατάστημα της εναγομένης Τράπεζας στην Παλλήνη, όπου γνωστοποίησε την απώλεια του παραπάνω βιβλιαρίου και συγχρόνως κατέθεσε αίτηση, προκειμένου να πληροφορηθεί την κίνηση του εν λόγω λογαριασμού. Τότε οι υπάλληλοι της εναγομένης, τράπεζας την πληροφόρησαν ότι το σύνολο σχεδόν των κατατεθέντων χρημάτων ύψους 17.720 ευρώ είχε αναληφθεί, από άγνωστο άτομο, πάντως όχι από τον ενάγοντα, με επτά (7) διαδοχικές τμηματικές αναλήψεις, που έλαβαν χώρα κατά το από 29-6-2006 μέχρι 31-8-2006 διάστημα και συγκεκριμένα στα καταστήματα που διατηρεί η εναγομένη στην Αγία Παρασκευή και το Γέρακα Αττικής. Στη συνέχεια η μητέρα του ενάγοντος κατέθεσε αίτηση στην εναγομένη και έλαβε τα σχετικά παραστατικά των αναλήψεων. Με βάση αυτά σε συνδυασμό και με τις πληροφορίες που έλαβε από υπαλλήλους της εναγόμενης διαπίστωσε ότι άγνωστος άνδρας ηλικίας 3ο ετών περίπου με τον σωματότυπο του ενάγοντος, εμφανίστηκε στο κατάστημα της εναγόμενης στην Αγία Παρασκευή κατά τις ημερομηνίες 29-6-2006, 12-7-2006, 25-7-2006 και του Γέρακα στις 3-8-2006, 7-8-2006, 16-8-2006 και 22-8-2006 με την επίδειξη δελτίου αστυνομικής ταυτότητας (πιθανώς πλαστού), με στοιχεία ίδια με εκείνα του δελτίου ταυτότητας του ενάγοντος, και με το βιβλιάριο του ως άνω λογαριασμού, οπότε και ανέλαβε από τον παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό τα ποσά των 3.200, 2.250, 2.370, 3.290, 2.150, 2.460 και 2.000 ευρώ αντίστοιχα. Πρέπει να σημειωθεί ότι σε όλες τις παραπάνω συναλλαγές οι υπάλληλοι της εναγόμενης ακολούθησαν την ίδια διαδικασία, δηλαδή αφού έλεγξαν το επιδειχθέν σ` αυτούς δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, διαπίστωσαν ότι έφερε τα στοιχεία που αναφέρονταν στο μηχανογραφικό τους σύστημα, ανέγραψαν τον αριθμό της ταυτότητας επί του αντιστοίχου εκδοθέντος εντάλματος πληρωμής και στις περιπτώσεις πού το ποσό της ανάληψης υπερέβαινε το ποσό των 2.500 ευρώ, λήφθηκε η σχετική αναγκαία έγκριση της συναλλαγής από τον προϊστάμενο τους. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι τις συναλλαγές της 3-8-2006 και 7-8-2006 διενήργησε ο υπάλληλος της εναγόμενης Δ. Π. ο οποίος ήταν συμμαθητής του ενάγοντος στο Γυμνάσιο πλην όμως λόγω των κοινών χαρακτηριστικών με αυτών του ενάγοντος και του μακρού χρονικού διαστήματος (13 ετών) που είχε παρέλθει από την αποφοίτηση αυτών, δεν μπόρεσε να αντιληφθεί την ταυτοπροσωπία και τον εξυπηρέτησε, μάλιστα δε τη δεύτερη φορά (7-8-2006) έθεσε επί του εντάλματος πληρωμής τη σήμανση "γνωστός εκ συναλλαγής", χωρίς να αναγράψει τα στοιχεία της ταυτότητας του (ενάγοντος). Η πραγματοποίηση των παραπάνω συναλλαγών έγινε δίχως τα όργανα της εναγομένης να προβούν, όπως είχαν υποχρέωση από τη σύμβαση, πριν από την καταβολή των εν λόγω ποσών, στη διαπίστωση ταυτοπροσωπίας εκείνου που εμφανίστηκε για τις αναλήψεις των χρημάτων με τον αληθινό δικαιούχο του βιβλιαρίου. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι οι τελευταίοι δεν προέβησαν στον έλεγχο της αστυνομικής ταυτότητας του αναλήπτη ή άλλων δημοσίων εγγράφων (διαβατηρίου, άδεια οδηγήσεις κ.λ.π.), προκειμένου να επιβεβαιώσουν τα στοιχεία αυτού και δεν επικοινώνησαν με το υποκατάστημα της εναγομένης στην Παλλήνη, όπου τηρείτο ο επίδικος κοινός λογαριασμός, προκειμένου να ζητήσουν πληροφορίες για το δικαιούχο του λογαριασμού και τη διαβίβαση ηλεκτρονικού τηλετύπου (FAX) του δείγματος της υπογραφής τούτου, ώστε να καταστεί δυνατή μετά από σύγκριση, η διαπίστωση της διαφοράς της υπογραφής του δικαιούχου από εκείνη του αναλήπτη. Κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου η προφανής διαφορά της υπογραφής του τρίτου αναλήπτη, όπως αυτή απεικονίζεται στα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους εντάλματα πληρωμής των προαναφερομένων ποσών, από την υπογραφή του ενάγοντος στο φωτοτυπικό αντίγραφο της προσκομιζόμενης αστυνομικής του ταυτότητας, ουδεμία καταλείπει σ` αυτό αμφιβολία ότι η ανάληψη των ποσών αυτών έγινε από τρίτο πρόσωπο, που πλαστογράφησε την υπογραφή του ενάγοντος και όχι από τον ίδιο το δικαιούχο. Εξάλλου η έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα όργανα της εναγομένης ιδιαίτερης επιμέλειας και προσοχής κατά τις επίδικες συναλλαγές, που σημειωτέον δεν προϋποθέτει εξιδιασμένη επιμέλεια, ούτε ειδικές γνώσεις γραφολογίας, συνίσταται στο ότι αυτοί δεν έλαβαν υπόψη τους επιπλέον ότι επρόκειτο για λογαριασμό που είχε να κινηθεί τουλάχιστον 1,5 χρόνο, οι δε συχνές αναλήψεις κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες κατέτειναν στην ανάληψη όλου σχεδόν του ποσού οπότε και θα έπρεπε να κινήσει τις υποψίες των προστηθέντων υπαλλήλων της, προκειμένου να διενεργήσουν στη συγκεκριμένη περίπτωση πλήρη έλεγχο ταυτοπροσωπίας αυτού που εμφανίστηκε ενώπιον τους, αφού ζητήσουν περισσότερες πληροφορίες και διασφαλίσεις, στις οποίες δεν προέβησαν όπως όφειλαν από βαριά τους αμέλεια. Σε καμία περίπτωση συναλλαγής οι υπάλληλοι της εναγόμενης δεν αναζήτησαν το δείγμα υπογραφής του ενάγοντος, που τηρείτο στο κατάστημα ανοίγματος του παραπάνω λογαριασμού, ούτως, ώστε με αντιπαραβολή με την υπογραφή του αναλήπτη, να διαπιστώσουν την ταυτοπροσωπία αυτού που εμφανίστηκε ενώπιον τους με τον πραγματικό δικαιούχο του λογαριασμού (ενάγοντα). Αν οι υπάλληλοι είχαν πράξει τούτο, θα είχαν αποτραπεί οι ως άνω αναλήψεις, δεδομένου ότι το τηρούμενο στην καρτέλα πελάτη δείγμα υπογραφής του ενάγοντος δεν είχε καμία σχέση με τις υπογραφές που έθεσε ο πραγματοποιήσας (τρίτος) κατά τις εν λόγω αναλήψεις επί των αντιστοίχων ενταλμάτων πληρωμής. Σημειώνεται ότι τέτοιο δείγμα υπογραφής λαμβάνουν οι Τράπεζες σε κάθε περίπτωση ανοίγματος λογαριασμού με σκοπό τη διασφάλιση της ταυτοπροσωπίας των πελατών τους, επιπρόσθετα δε κατά τις επίδικες συναλλαγές το δείγμα υπογραφής του ενάγοντος δεν είχε ψηφιοποιηθεί και εισαχθεί στο μηχανογραφικό σύστημα της τράπεζας, ώστε να είναι ευχερής η πρόσβαση σε αυτό, αλλά απαιτείτο διαδικασία ηλεκτρονικής αποστολής του από το κατάστημα που τηρείτο, χωρίς Τούτο να οδηγεί σε απαλλαγή της Τράπεζας, όπως ισχυρίζεται αυτή ότι δηλ. η εν λόγω πρακτική λειτουργεί σε βάρος της ταχύτητας, με την οποία πρέπει να διεξάγονται οι τραπεζιτικές εργασίες. Εξάλλου ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η υπογραφή στα εντάλματα πληρωμής έμοιαζε με την τεθείσα υπογραφή στην αίτηση για το άνοιγμα του επιδίκου λογαριασμού κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από απλή αντιπαραβολή αυτών, που προσκομίζονται, αποδεικνύεται η προφανής διαφορά τους. "Ετσι από την εκτεθείσα αμελή ) συμπεριφορά και παράλειψη των οργάνων (υπαλλήλων) της εναγομένης Τράπεζας, που κατά την κρίση του δικαστηρίου τούτου χαρακτηρίζεται ως βαριά, όπως προεκτέθηκε, ο τρίτος μη δικαιούχος και κάτοχος του βιβλιαρίου με ποινικώς κολάσιμη πράξη πέτυχε να αναλάβει τα ως άνω ποσά του ενάγοντος και της συνδικαιούχου μητέρας του από τα υποκαταστήματα της εναγομένης στην Αγία Παρασκευή και το Γέρακα. Με βάση τα εκτεθέντα αποδείχθηκε ότι δεν έγινε ο έλεγχος της επιβαλλόμενης ταυτοπροσωπίας από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης Τράπεζας και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι προσκομίστηκε από τον αναλήπτη η ταυτότητα του ενάγοντος, εφόσον σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγηθείσα νομική σκέψη η ύπαρξη των παραπάνω ειδικών συνθηκών επέβαλε αυξημένη προσοχή και επιμέλεια προς διαπίστωση της ταυτοπροσωπίας, (ανεξάρτητα του ότι βέβαια δεν αποδείχθηκε ότι τα όργανα αυτά προέβησαν σε πραγματικό έλεγχο των στοιχείων της ταυτότητας, την απώλεια της οποίας πάντως αρνείται ο ενάγων. Περαιτέρω από κανένα από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων συνετέλεσε από δικό του πταίσμα στην περιέλευση του βιβλιαρίου και της φωτοτυπίας της αστυνομικής του ταυτότητας του στα χέρια του τρίτου μη δικαιούχου, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός επέδειξε αμέλεια περί τη φύλαξη του αν και για ένα και ήμισυ έτος δεν είχε προβεί σε έλεγχο κατοχής του βιβλιαρίου του, δοθέντος ότι επρόκειτο για ανενεργό καταθετικό λογαριασμό και δεν υπήρχαν κάποια ίχνη παραβίασης της, οικίας της μητέρας του, όπου τούτο φυλασσόταν μαζί με άλλα βιβλιάρια καταθέσεων, ώστε να κινηθούν υποψίες προς αναζήτηση του. Αλλωστε ειδοποίησε την εναγομένη τράπεζα αμέσως μόλις αντελήφθη την απώλεια του βιβλιαρίου του. Κατά συνέπεια η εκ μέρους της εναγομένης προβληθείσα ένσταση περί συντρέχοντος, πταίσματος του ενάγοντος κατά ποσοστό 99,9% κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία της. Κατά συνέπεια η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως και ουσιαστικό βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το παραπάνω ποσό των 17.720 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του δέχτηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε την ένσταση περί συντρέχοντος πταίσματος του ενάγοντος ως κατ` ουσίαν αβάσιμη δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι συναφείς λόγοι εφέσεως με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα πρέπει ν` απορριφθούν ως αβάσιμοι". (areiospagos.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Διαβάστε επίσης:

Τροποποίηση απόφασης για το δικαίωμα επιμέλειας, επικοινωνίας και τις υποχρεώσεις διατροφής ανήλικου τέκνου. Διεθνής δικαιοδοσία

Σύμφωνα με την πρόταση (1ης Δεκεμβρίου 2016) του Γεν.Εισαγγελέα του ΔΕΕ στην Υπόθεση C‑499/15, το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003,...