Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2015

Aποζημίωση για αναγκαστική απαλλοτρίωση (αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων)

ΕΔΔΑ-Απόφαση της 24.9.2014, Bιαροπούλου κατά Ελλάδας: Άρθρο 1 ΠΠΠ : αποζημίωση για αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου με επιτόκιο 6%. Οι προσφεύγοντες, ιδιοκτήτες ακινήτου που απαλλοτριώθηκε το 2001 προκειμένου να κατασκευασθεί στάδιο για την διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, πέτυχαν να καθορισθεί η οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως σε ύψος μεγαλύτερο της προσωρινής τιμής που είχε καθορισθεί από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και παρακατατεθεί στο ΤΠΔ. Αφού η απόφαση του Εφετείου κατέστη αμετάκλητη, οι προσφεύγοντες, οι οποίοι είχαν, στο μεταξύ,
αναγνωρισθεί δικαιούχοι της αποζημίωσης, άσκησαν αγωγή με την οποία ζήτησαν να υποχρεωθεί το Δημόσιο να τους καταβάλει την διαφορά, εντόκως, με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 4 του ν. 876/1979 (ανερχόμενο κατά τις κρίσιμες περιόδους σε 10,5% και 10%), άλλως, επικουρικώς, με το 6% του άρθρου 21 του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου. Η αγωγή τους έγινε δεκτή σε πρώτο βαθμό, απορρίφθηκε όμως, από το Εφετείο και τον Άρειο Πάγο, αφού κρίθηκε ότι το άρθρο 21 του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν παραβιάζει το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.
Το ΕΔΔΑ, αφού υπενθύμισε ότι οποιαδήποτε επέμβαση στο δικαίωμα της ιδιοκτησίας πρέπει να είναι νόμιμη, να επιδιώκει θεμιτούς στόχους και να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας, συνέκρινε τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης με αυτές της υπόθεσης Μεϊντάνης κ. Ελλάδας και επεσήμανε τις εξής ουσιώδεις διαφορές: α) Η υποκείμενη σχέση της οφειλής του δημόσιου νοσοκομείου προς το Μεϊντάνη (σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου) επιτρέπει, την εξομοίωσή του, από την άποψη αυτή, προς ιδιώτη εργοδότη, μη ασκούντος δημόσια εξουσία, ενώ, αντιθέτως, η υποκείμενη σχέση της παρούσας υπόθεσης (αποζημίωση που οφείλεται για αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτου για λόγους δημόσιας ωφέλειας) είναι σχέση δημοσίου δικαίου, στην οποία το κράτος ασκεί δημόσια εξουσία για την εξυπηρέτηση σκοπού δημόσιας ωφέλειας, β) στην υπόθεση Μεϊντάνης το επιτόκιο υπερημερίας που ίσχυε για τις μεταξύ ιδιωτών οφειλές ήταν τέσσερις φορές μεγαλύτερο (κυμαινόμενο μεταξύ 23% και 27%) από το ισχύον για τις οφειλές των νπδδ, ενώ, κατά τον κρίσιμο στην παρούσα υπόθεση χρόνο, το επιτόκιο υπερημερίας για τις μεταξύ ιδιωτών οφειλές ανερχόταν σε 10%. Το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι ρύθμιση όπως αυτή του άρθρου 21 του κώδικα νόμων περί δικών του Δημοσίου δεν μπορεί ν’ αποτελέσει αντίδοτο για την αντιμετώπιση δημοσιονομικών και οικονομικών κρίσεων, εντούτοις, εκτίμησε ως επαρκείς τις αιτιολογίες της απόφασης του ΑΕΔ 25/2012, κατά την οποία, η ρύθμιση αυτή, απαντά στην ανάγκη να προστατευθεί η ισορροπία των δημόσιων οικονομικών και η περιουσία του κράτους, και είναι απαραίτητη προκειμένου να επιτραπεί στο κράτος να υπολογίσει εκ των προτέρων το ύψος των τόκων των οφειλών του και να προβλέψει τις αντίστοιχες πιστώσεις για την πληρωμή τους στον ετήσιο προϋπολογισμό. Συνεπώς, δεν υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του ΠΠΠ.
ΕΔΔΑ-Απόφαση της 13.11.2014, Μπίμπη κατά Ελλάδας: Άρθρο 1 ΠΠΠ : απαλλοτρίωση, αρμοδιότητα του δικαστηρίου του καθορισμού της αποζημίωσης και για την επικαιροποίηση αυτής, σε περίπτωση μη είσπραξής της λόγω μακρόχρονης δικαστικής διαμάχης με το Δημόσιο. Με ΚΥΑ του 1976 απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά, προς διαπλάτυνση της Εθνικής Οδού Ισθμίων-Επιδαύρου, ακίνητο, φερόμενης επιφάνειας 4.550 τ.μ. και ιδιοκτησίας της πρώτης προσφεύγουσας και του ήδη θανόντος συζύγου της και πατέρα (και δικαιοπαρόχου) της δεύτερης προσφεύγουσας. Με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου του 1977 προσδιορίστηκε η προσωρινή αποζημίωση του απαλλοτριωθέντος, η οποία κατέστη οριστική, με απόφαση του Εφετείου, το 1978. Με την απόφαση περί αναγνωρίσεως δικαιούχων του 1979, το ανωτέρω Μονομελές Πρωτοδικείο απέσχε από την αναγνώριση της πρώτης προσφεύγουσας και του συζύγου της ως δικαιούχων της κατά τα ανωτέρω προσδιορισθείσας αποζημίωσης, κατόπιν προβολής επί του απαλλοτριωθέντος δικαιωμάτων (ως δημόσιας δασικής έκτασης) από τον πληρεξούσιο του Δημοσίου. Κατόπιν τούτου, το 1984, η πρώτη προσφεύγουσα και ο σύζυγός της άσκησαν αναγνωριστική αγωγή ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο, μετά από 5 συνεδριάσεις και τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, εξέδωσε απόφαση το 1989, με την οποία τους αναγνώρισε κυρίους τμήματος του απαλλοτριωθέντος επιφάνειας 3.300 τ.μ. Έφεση του Δημοσίου, απορρίφθηκε, μετά από μία αναβολή και διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης, με απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου του 2003, η οποία κατέστη αμετάκλητη το 2004. Ακολούθως, το 2005, οι προσφεύγουσες υπέβαλαν στο ανωτέρω Εφετείο «αίτηση», με την οποία, επικαλούμενες την προαναφερόμενη μακρόχρονη αντιδικία, που ξεκίνησε με την αόριστη και αναπόδεικτη προβολή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί του απαλλοτριωθέντος, την εσφαλμένη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου περί αποχής και τη συνακόλουθη αδυναμία είσπραξης της σχετικής αποζημίωσης, ζήτησαν να «καταδικασθεί» αυτό να τους καταβάλει α) ως αποζημίωση της ιδιοκτησίας τους, το ποσό των 1.258,98 ευρώ, που καθορίστηκε δικαστικά, αναπροσαρμοσμένο με τα εκάστοτε ισχύοντα από το 1979 έως το 2005 επιτόκια, ανατοκιζόμενο ανά εξάμηνο ή ανά έτος και ανερχόμενο σε 495.204,83, άλλως 358.790,89 ευρώ, άλλως β) ως αποζημίωση για τη στέρηση χρήσης της ιδιοκτησίας τους, μετά από καθορισμό της σημερινής αξίας του απαλλοτριωθέντος, το ποσό των 259.970 ευρώ και γ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 50.000 ευρώ. Η «αίτηση» αυτή, ερμηνευθείσα ως αγωγή αποζημίωσης του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ για παράνομες πράξεις οργάνων του Δημοσίου που έλαβαν χώρα μετά τον καθορισμό της αποζημίωσης για το απαλλοτριωθέν, απορρίφθηκε, τελικά, αμετάκλητα, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, με την 1471/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου. 
Το ΕΔΔΑ, αφού υπενθύμισε τη νομολογία του σε παρόμοιες υποθέσεις ελληνικού ενδιαφέροντος (αποφάσεις Μάλαμα της 1.3.2001, Τσιρικάκης της 17.1.2002 και Ζαχαράκης της 13.7.2006), έκρινε ότι εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της «αιτήσεως» των προσφευγουσών ενώπιον του Εφετείου, βασική τους επιδίωξη ήταν να ληφθεί υπόψη η υποτίμηση της αποζημίωσής τους λόγω του χρόνου που διέρρευσε από τον προσδιορισμό της μέχρι την αμετάκλητη αναγνώριση αυτών ως δικαιούχων, ζήτημα περιλαμβανόμενο στη «συνολική εκτίμηση των συνεπειών της απαλλοτρίωσης» που πρέπει να διασφαλίζει η σχετική διαδικασία, σύμφωνα με την απόφαση Αζάς κ. Ελλάδας της 19.9.2002. Περαιτέρω, αφού επισήμανε ότι η μη έκδοση του προβλεπόμενου στο άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, όπως αναθεωρήθηκε το 2001, νόμου για εγκαθίδρυση ενιαίας δικαιοδοσίας για όλες τις διαφορές και υποθέσεις που σχετίζονται με απαλλοτρίωση, δε δικαιολογεί τον πολλαπλασιασμό των σχετικών δικών, όταν μάλιστα η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με τη 10/2004 απόφασή της, έχει δεχθεί ότι αντικείμενο της δίκης του καθορισμού της αποζημίωσης και της αρμοδιότητας του εφετείου είναι η αποζημίωση εν συνόλω λαμβανόμενη, δηλαδή και «κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση», έκρινε ότι η επικαιροποίηση της αποζημίωσης αποτελεί ασφαλώς ένα τέτοιο συναφές ζήτημα, επί του οποίου έπρεπε, ως εκ τούτου, να κρίνει το ίδιο πιο πάνω δικαστήριο (πολιτικό εφετείο). Συνεπώς, η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί έλλειψης δικαιοδοσίας αλλοίωσε το χαρακτήρα της αποζημίωσης ως πλήρους και, συνακόλουθα, παραβιάστηκε το άρθρο 1 του ΠΠΠ. (ste.gr)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Διαβάστε επίσης:

Παράταση των προθεσμιών του άρ. 237 ΚΠολΔ για κατάθεση προσθήκης στις προτάσεις διαδίκων

Σύμφωνα με απόφαση του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου Αθηνών Ελ. Γεωργίλη, παρατείνονται οι προθεσμίες κα...