Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

ΕΔΔΑ: Αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατά την ποινική διαδικασία στα ελληνικά δικαστήρια. Παραβίαση του δικαιώματος πρόσβασης στη δικαιοσύνη

Σε ακόμα μία υπόθεση το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καταδίκασε την Ελλάδα για παραβίαση του άρθρου 6 παραγ.1 της Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Ειδικότερα ο προσφεύγων επικαλείτο ότι οι αδικαιολόγητες καθυστερήσεις των αρμόδιων δικαστικών αρχών της Ελλάδας ευθύνονται για την παραγραφή αδικημάτων. Το πλαίσιο της υπόθεσης:  Στις 27 Ιουνίου 2001, ύστερα από μήνυση που κατέθεσε η εταιρεία «Λ.Α.», ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του προσφεύγοντα για πλαστογραφία με χρήση.
Στις 13 Δεκεμβρίου 2005, το Πλημμελειοδικείο Αθηνών καταδίκασε τον προσφεύγοντα. Ύστερα από έφεση του προσφεύγοντα, στις 20 Νοεμβρίου 2007, το Εφετείο Αθηνών εξαφάνισε την υπ’αριθ. 78865/2005 απόφαση και τον αθώωσε (απόφαση αριθ.8228/2007). Στις 19 Ιανουαρίου 2008, η άνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη.
Τα πραγματικά γεγονότα στην προκειμένη υπόθεση: Εν τω μεταξύ, στις 12 Δεκεμβρίου 2002, ο προσφεύγων είχε καταθέσει έγκληση ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών κατά έντεκα προσώπων που εκπροσωπούσαν την προαναφερόμενη εταιρεία, για δυσφήμιση και ψευδή καταμήνυση λόγω της μήνυσης που τα τελευταία αυτά πρόσωπα είχαν υποβάλει προηγουμένως σε βάρος του στις 27 Ιουνίου 2001. Στην έγκλησή του, ο προσφεύγων αναφερόταν ρητά στον αριθμό του φακέλου της μήνυσης που ασκήθηκε σε βάρος του. Παραστάθηκε επίσης ως πολιτική αγωγή για ποσό 10.000 ευρώ.
Κατά την προανάκριση της υπόθεσης, διαπιστώθηκε ότι η υπ’αριθ.78865/2005 απόφαση είχε εκδοθεί για την προαναφερόμενη συναφή υπόθεση και ότι η τελευταία εξακολουθούσε να εκκρεμεί. Στις 20 Ιουνίου 2006, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών ανέστειλε τη διαδικασία που κίνησε ο προσφεύγων στις 12 Δεκεμβρίου 2002 μέχρι την έκδοση αμετάκλητης απόφασης στην κινούμενη σε βάρος του διαδικασία. Δυνάμει του άρθρου 59 παραγ.2 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, η πενταετής προθεσμία παραγραφής των υπό εξέταση ποινικών πράξεων αναστάλθηκε επίσης.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2008, ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών συμπέρανε ότι οι εν λόγω πράξεις στη διαδικασία που κίνησε ο προσφεύγων στις 12 Δεκεμβρίου 2002 είχαν παραγραφεί λόγω παρέλευσης της πενταετίας δυνάμει των άρθρων 111, 112 και 113 του Ποινικού Κώδικα. 
Ειδικότερα, ο Εισαγγελέας σημείωσε ότι στις 20 Ιουνίου 2006, οπότε και ανέστειλε την πενταετή παραγραφή, περίοδος τεσσάρων ετών, ένδεκα μηνών και είκοσι τεσσάρων ημερών είχε ήδη περάσει από τις 27 Ιουνίου 2001, ημερομηνία κατά την οποία τα αδικήματα της δυσφήμισης και της ψευδούς καταμήνυσης φέρονταν να είχαν διαπραχθεί. Ο Εισαγγελέας παραδέχθηκε ότι μετά τις 19 Ιανουαρίου 2008, ημερομηνία κατά την οποία η υπ’αριθ.8228/2007 εφετειακή απόφαση είχε καταστεί αμετάκλητη, η προθεσμία παραγραφής εξακολούθησε να τρέχει για επτά ημέρες παραπάνω, δηλαδή μέχρι τις 27 Ιανουαρίου 2008, οπότε και επήλθε η προβλεπόμενη από το άρθρο 111 του Ποινικού Κώδικα πενταετής παραγραφή. Στις 16 Οκτωβρίου 2008, ο προσφεύγων άσκησε έφεση κατά της από 30 Σεπτεμβρίου 2008 απόφασης. Στις 4 Μαρτίου 2009, ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών απέρριψε το ένδικο μέσο του (διάταξη αριθ.924/2008, η οποία κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 10 Μαρτίου 2009).
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην απόφασή του έκρινε ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η έγκληση που άσκησε ο προσφεύγων στις 12 Δεκεμβρίου 2002 εκκρεμούσε ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων για μακρά περίοδο πέντε ετών και δέκα μηνών περίπου πριν ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Αθηνών διαπιστώσει, δυνάμει της οικείας νομοθεσίας, την παραγραφή των εν λόγω παραβάσεων.
Ειδικότερα, το Δικαστήριο σημειώνει σημαντική καθυστέρηση κατά την προανάκριση της υπόθεσης και μέχρι την αναστολή της διαδικασίας από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών: παρά το γεγονός ότι ο προσφεύγων ανέφερε ρητώς στην έγκλησή του την ύπαρξη άλλης μήνυσης σε βάρος του σχετιζόμενης με την πρώτη, ο αρμόδιος Εισαγγελέας προέβη στην αναστολή της διαδικασίας τρεισήμισι χρόνια περίπου μετά την κατάθεση της έγκλησης από τον προσφεύγοντα (βλέπε, mutatis mutandis, Christensen κατά Δανίας, αριθ.247/07, παραγ.97, 22 Ιανουαρίου 2009).
Η διαπίστωση αυτή επιτρέπει στο Δικαστήριο να συμπεράνει ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατά την προδικασία ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών οργάνων οδήγησε στην αδυναμία έκδοσης απόφασης επί του αιτήματος αποζημίωσης του προσφεύγοντα. Βάσει των παραπάνω, υπήρξε παραβίαση του άρθρου 6 παραγ.1 της Σύμβασης σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης του προσφεύγοντα σε δικαστήριο.
Σημειώνεται ότι ο προσφεύγων δεν προέβαλλε καμία αξίωση αποζημίωσης ή δικαστικής δαπάνης και συνεπώς, το Δικαστήριο δεν επιδίκασε τίποτα στον προσφεύγοντα. Δείτε το πλήρες κείμενο της απόφασης του ΕΔΔΑ στο nsk.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Διαβάστε επίσης:

Τροποποίηση απόφασης για το δικαίωμα επιμέλειας, επικοινωνίας και τις υποχρεώσεις διατροφής ανήλικου τέκνου. Διεθνής δικαιοδοσία

Σύμφωνα με την πρόταση (1ης Δεκεμβρίου 2016) του Γεν.Εισαγγελέα του ΔΕΕ στην Υπόθεση C‑499/15, το άρθρο 8 του κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003,...